Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Η Τοπική φορεσιά της Σκοπιάς Φλώρινας


Η έμφυτη τάση της Σκοπιώτισσας για τη διακόσμηση της μαζί με την αισθητική και καλλιτεχνική της αντίληψη το ωραίο, φαίνεται στη διακόσμηση της τοπικής φορεσιάς. Το πώς διαμορφώθηκε αυτή η φορεσιά είναι άγνωστο, γιατί χάνεται στα βάθη του χρόνου. Πιθανόν τα στοιχεία εκείνα που Θα πρέπει να έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της να ήσαν:1)η ιστορία 2) ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας 3)η πίστη στη παράδοση 4)τα υλικά που διέθεταν και η επεξεργασία τους και 5)η λειτουργικότητά της (χειμερινή, Θερινή, επίσημη, καθημερινή κτλ).
Η γυναικεία φορεσιά πραγματικά είναι μοναδική σε ομορφιά. Έχει πάρει το 1ο βραβείο ομορφότερης τοπικής φορεσιάς και δυο όμορφες κοπελιές του χωριού μας, η Μελπομένη Ζώλη και η Πασχαλινή Ζώλη, κόσμησαν με την ομορφιά, τη στολή και τις κορμοστασιές τους το χαρτονόμισμα των 100 και 1000 δρχ. της τράπεζας της Ελλάδος, το έτος 1939.
Τη φορεσιά της Σκοπιάς αποτελούν το: πουκάμισο(κουσούλα),που μπαίνει κατάσαρκα, και έχει χρώμα άσπρο. Η τραχηλιά(γκουσνίτσε),που μπαίνει κάτω από το πουκάμισο, καλύπτει το στήθος και έχει χρώμα μαύρο, κόκκινο ή μπλε και βελούδινο. Το αντερί, που είναι βαμβακερό με σκούρο βυσσινί χρώμα ή μαύρο με κίτρινες ρίγες, ακόμη και πράσινο με κίτρινες ρίγες λεπτές φαρδιές.

Αντί για αντερί το χειμώνα φορούσαν το κιουρντί που ήταν χοντρό μάλλινο
και είχε μαύρο χρώμα. Πάνω από το αντερί φορούσαν το μιντάνι (πόλκα) πού είναι σκούρο με ρίγες μέχρι τη μέση και με μανίκια. Τέλος από πάνω φορούσαν μαύρο χειμωνιάτικο επενδυτή(κουσάλε) που έφτανε λίγο πιο πάνω από το αντερί. Είχε γούνα γαρνιρισμένη στα πέτα, επίσης μαύρου χρώματος. Η ποδιά (πρέγατς) είναι κόκκινη με μαύρες ρίγες, με κεντημένη άσπρη κορδέλα σαν τρίγωνα στις κάτω άκρες και στη μέση επίσης άσπρη οριζόντια κορδέλα ανάμεσα στα δύο τρίγωνα. Η ζώνη (πογιάσι) είναι μπλε ή βυσσινιά. Στο Κεφάλι Φοράνε σάρπα και από πάνω πιασμένο άσπρο μαντήλι ή και κίτρινο. Δεξιά και πάνω στο μαντήλι πάντα ένα λουλούδι. Τα κοσμήματα είναι κολιέ με χάντρες, γιορντάνια, σκουλαρίκια και πάντα μια αγκράφα καρφιτσωμένη στη μέση του στήθους απ’ όπου ξεκινάν αλυσίδες και από τις δύο μεριές, που έχουν περασμένα νομίσματα και οι άκρες τους καρφιτσώνονταν η κάθε μια και σ’ ένα ώμο (κόπετσς). Στη ζώνη ένα πολύχρωμο μαντηλάκι (είναι για τις ανάγκες του χορού) και οι κάλτσες
(τσοράπια) χοντρές μάλλινες σε μαύρο ή μπλε σκούρο χρώμα. Τα παπούτσια παλιά ήταν από δέρμα γουρουνιού (πίντσι ή γουρουνοτσάρουχα). Αυτή είναι η φημισμένη μας στολή. Η αντρική είναι πιο απλή. Το πουκάμισο έβγαινε κάτω από κιουρντί που ήταν από μαύρο χοντρό μάλλινο ύφασμα, το σαγιάκι. Τα μπαινοβράκια (μπινεβρέντζι) μαύρα και τα γιορτινά άσπρα από σαγιάκι και αυτά, τα φορούσαν στα πόδια μέχρι το βρακί περίπου. Από πάνω το μαύρο μάλλινο και χοντρό πανωφόρι που το λέγανε σαγιάκι για να μην κρυώνουν. Τα παπούτσια γουρουνοτσάρουχα. Κάποιες πληροφορίες λένε ότι οι άντρες φορούσαν στο κεφάλι κάτι σαν φέσι που είχε μαύρο χρώμα . Οι άντρες φορούσαν και φουστανέλες.

Λεωνίδας Ζώλης

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Η γειτονία Ρετζί. Δημήτριος Μεκάσης

Λέγαμε παλιά «Το Ρετζί» και εννοούσαμε την γειτονιά της οδού Παύλου Κύρου και τμήμα της οδού Ιωάννη Άρτη, από την οδό Παύλου Μελά και μέχρι το ποτάμι, καθώς και από τμήμα της οδού Σταμπουλή, από την Παύλου Μελά προς την οδό Παύλου Κύρου και τέλος την νέα οδό, που ονομάζεται Αερόπου. Το όνομά της το πήρε από την εταιρεία του μονοπωλίου καπνού, που ονομαζόταν «Ρεζί», και στεγαζόταν στην γωνία των οδών Παύλου Κύρου και Ιωάννη Άρτη. Οι τούρκοι όμως την λέξη αυτή την πρόφεραν ως «Ρετζί».
Γι αυτό και η γειτονιά ονομαζόταν «Ρετζί» επί εκατό περίπου χρόνια, από το 1890 μέχρι την δεκαετία του 1990, που κατεδαφίστηκε και το τελευταίο τμήμα του κτηρίου.
O καπνός και οι καπνοκαλλιέργειες πέρασαν από πολλές φάσεις στην Οθωμανική αυτοκρατορία, από την εμφάνιση του, το 1612, και μέχρι το 1912, που με τους βαλκανικούς πολέμους απελευθερώθηκαν οι λαοί της ευρωπαϊκής Τουρκίας. 0 καπνός άλλες φορές απαγορευόταν από του Οθωμανούς και άλλες φορές καλλιεργούταν επίσημα, μέχρι που οι καπνιστές έγιναν πάρα πολλοί, και η οθωμανική διοίκηση αντιλήφτηκε ότι με την φορολογία του καπνού μπορούσε να ξεχρεώσει το εξωτερικό της χρέος.
Στις 28 Μαΐου 1883 εξεδόθη το αυτοκρατορικό φιρμάνι (διάταγμα), με το οποίο παρεχωρείτο το μονοπώλιο του καπνού σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία, στην ανώνυμη εταιρεία «Ρεζί». Η επίσημη ονομασία της εταιρίας ήταν «Societe de Ια Regie des Ταbαcs de I' EmpΊre OttOmans», που σημαίνει: «Εταιρία της συνενδιαφερομένης διαχειρίσεως των καπνών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας». Η γαλλική επωνυμία της εταιρίας μπέρδευε τους περισσότερους, που νόμιζαν ότι ήταν γαλλική εταιρία. Η Ρεζί δεν ήταν γαλλική εταιρία. Η εταιρία αυτή φτιάχτηκε από το οθωμανικό κράτος με την συμμετοχή του έλληνα τραπεζίτη από την Βιέννη, Λεοπόλδου Μπαλτατζή, ιδιοκτήτη της τράπεζας Kredit-Anstalt, του γερμανού τραπεζίτη Bleichόder και της Αυτοκρατορικής Οθωμανικής Τράπεζας. Το οθωμανικό κράτος με τους παραπάνω τραπεζίτες είχαν το προνόμιο εκμετάλλευσης του μονοπωλίου καπνού σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Η γαλλική επωνυμία της ανώνυμης εταιρίας ήταν αδύνατον να χρησιμοποιηθεί από τους λαούς της αυτοκρατορίας, αλλά και από το επίσημο οθωμανικό κράτος, καθώς οι περισσότεροι δεν γνώριζαν γαλλικά. Γι αυτόν τον λόγο, από όλη την επωνυμία κράτησαν την λέξη «Regie», που προφέρεται «Ρεζί» και σημαίνει διαχείριση αγαθών, δημόσια επίβλεψη έργων, υπηρεσία εισπράξεων έμμεσων φόρων. Η Ρεζί είχε το προνόμιο να πουλά τον σπόρο, για τις καλλιέργειες καπνού στους καπνοκαλλιεργητές, να αγοράζει όλα τα καπνά, να τα επεξεργάζεται και να τα πουλάει στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, αλλά και στο εξωτερικό. Έδινε ακόμη και δάνεια στους καπνοκαλλιεργητές. Είχε επίσης και το μονοπώλιο του τσιγαρόχαρτου. Κανείς καπνοκαλλιεργητής δεν μπορούσε να πουλήσει αλλού την παραγωγή καπνού, παρά μόνο στην Ρεζί. Τα πράγματα ήταν πολύ αυστηρά, καθώς η Ρεζί διέθετε και ένοπλα τμήματα, τους «κολτζήδες», οι οποίοι είχαν όλο το δικαίωμα να ελέγχουν τους καπνοκαλλιεργητές, για να αποφευχθεί το λαθρεμπόριο του καπνού. Οι καλλιεργητές μπορούσαν να κρατήσουν από την σοδιά τους μόνο μια μικρή ποσότητα καπνού για ατομική χρήση.
Η Ρεζί ήταν μια λαομίσητη εταιρία, που εκτός την φορολογία και τα υπερκέρδη ευθύνονταν και για πολλές δολοφονίες. Οι κολτζήδες, οι ένοπλοι φύλακες της εταιρείας, είχαν κάθε δικαίωμα να πυροβολούν με
την παραμικρή υποψία. Πολλοί καπνοκαλλιεργητές, αλλά και αγωγιάτες έπεσαν νεκροί από τα βόλια των κολτζήδων, πριν ακόμη αποδειχτεί η ενοχή τους. Οι κολτζήδες δεν δικαζόταν ποτέ, καθώς η Ρεζί ήταν το ίδιο το κράτος, σε ένα διεφθαρμένο κράτος, όπως αυτό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μετά την συνταγματική αποκατάσταση του 1908, πολλοί ήταν αυτοί που ζητούσαν την κατάργηση της Ρεζί. Όμως η Τουρκία δεν ήταν σε θέση να ξεπληρώσει τα χρέη της, ούτε να δώσει τα μερίδια της εταιρείας στους ξένους τραπεζίτες. Τελικά η Ρεζί καταργήθηκε από τον Κεμάλ, το 1923, με την συνθήκη της Λωζάννης. Έκλεισε η Ρεζί μετά από σαράντα χρόνια παρουσίας και σκληρής φορολογίας.
Στη Φλώρινα η εταιρεία Ρεζί, μετά το 1883, αγόρασε μια μεγάλη έκταση στην γωνία των σημερινών οδών I. Άρτη και Παύλου Κύρου και έχτισε ένα τεράστιο πέτρινο διώροφο κτήριο, που αποπερατώθηκε το 1890 περίπου. Ήταν το μεγαλύτερο κτήριο που χτίστηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Ήταν μια τεράστια καπναποθήκη, όπου συγκεντρώνονταν όλα τα καπνά της περιοχής, και εκεί μέσα γινόταν η επεξεργασία του καπνού. Υπήρχαν τα γραφεία της εταιρείας και ο χώρος όπου έμεναν οι φύλακες κολτζήδες, και οι στάβλοι για τα άλογά τους.
Η εταιρεία Ρεζί είχε και ένα παρατηρητήριο στον λόφο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Σταυρός. Εκεί στην κορυφή υπήρχε ένα μικρό βυζαντινό κτίσμα, το οποίο επισκεύασε η Ρεζί και με βάρδιες οι κολτζήδες, με τα κιάλια έλεγχαν τον κάμπο. Αν από ψηλά έβλεπαν στον κάμπο να περνάει κανένα καραβάνι, ένας από τους κολτζήδες κατέβαινε με άλογο από το βουνό και ειδοποιούσε το απόσπασμα που έδρευε στο κτήριο της εταιρίας. Οι οπλισμένοι κολτζήδες με γρήγορα άλογα πρόφθαναν το αργό καραβάνι και έκαμναν τον έλεγχο για να εντοπίσουν, αν το καραβάνι μετέφερε λαθραίο καπνό. Οι αυστηροί έλεγχοι γινόταν για να πατάξουν το λαθρεμπόριο καπνού, το οποίο μείωνε τα έσοδα της αυτοκρατορίας.
Διευθυντής της Ρεζί ήταν ένας τουρκαλβανός Μπέης, καθώς και οι κολτζήδες ήταν αλβανοί και οι περισσότεροι υπάλληλοι και καπνεργάτες της εταιρείας. Όλοι ήταν αλβανιστές, δηλαδή αλβανοί εθνικιστές, που και αυτοί περίμεναν την διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ονειρευόταν μια μεγάλη Αλβανία, όσο το πασαλίκι του Αλή Πασά. Στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα οι έλληνες της Φλώρινας είχαν να αντιμετωπίσουν την σκληρότητα των αλβανών κολτζήδων, που μισούσαν τον ελληνισμό. Ένας φορτοεκφορτωτής της εταιρίας ήταν και κουτσαβάκης, και αμολούσε το ζωνάρι του και αναζητούσε φασαρίες. Αλίμονο στον χριστιανό που περνούσε έξω από το κτήριο της Ρεζί, όταν αυτός ήταν στον δρόμο. Χτυπούσε με γροθιές και κλωτσιές τους περαστικούς χριστιανούς και λογαριασμό δεν έδινε σε κανέναν. Αλλά και οι χριστιανοί δεν μπορούσαν να βρουν το δίκαιο τους, καθώς η τούρκικη δικαιοσύνη ήταν πάντα υπέρ των μουσουλμάνων.
Με τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 οι βαλκανικές χώρες απελευθερώθηκαν και τυπικά η Ρεζί έκλεισε. Παρέμεινε όμως καπνομάγαζο, κάτω από ειδικές ρυθμίσεις, καθώς οι ξένοι τραπεζίτες πίεζαν και ζητούσαν τα μερίδια τους. Η Ρεζί λειτούργησε με τις ειδικές διατάξεις μέχρι το 1923, που υπογράφτηκε η συνθήκη της Λωζάννης και η Ρεζί έκλεισε οριστικά. Έκλεισε και η Ρεζί της Φλώρινας και το κτήριο πέρασε στα ανταλλάξιμα.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 το κτήριο χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό στρατό. Εκεί στεγάστηκε μια μικρή μονάδα του πεζικού και τα γραφεία του Μεθοριακού Τομέα. Ένα μικρό στρατόπεδο, όπου μαγείρευαν περισσότερο φαγητό και κάθε μεσημέρι το περίσσευμα το έδιναν στους φτωχούς και τους πεινασμένους. Ένα στρατόπεδο διαφορετικό, όπου συχνά έπαιζαν καραγκιόζη για την ψυχαγωγία των στρατιωτών, αλλά και των μαθητών των σχολείων της Φλώρινας.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 το κτήριο της Ρεζί αγοράστηκε από ιδιώτες. Αγοράστηκε από τον Σταύρο και Μαρία Παππά και τον εργολάβο Λάζαρο Παπατριανταφύλλου. Αργότερα ένα τμήμα του κτηρίου αγοράστηκε από τον Σπύρο Μπέλτσο.
Κατά την γερμανική Κατοχή το κτήριο της Ρεζί χρησιμοποιήθηκε από τον γερμανικό στρατό ως αποθήκη υλικών, αλλά και κρατητήρια αντιστασιακών. Και όταν έφυγαν οι γερμανοί, ακολούθησε η πολιτική περίοδος των αναταραχών και των ενόπλων συγκρούσεων. Το ΚΚΕ καλούσε τον κόσμο στα βουνά, ενώ χωροφυλακή έκαμνε συλλήψεις. Το κτήριο της Ρεζί μετατράπηκε σε φυλακή. Το 1947, υπήρχαν 460 περίπου αριστεροί κρατούμενοι. Την νύχτα της 28ης Μαΐου 1947 οι αντάρτες επιτέθηκαν στην Φλώρινα για να τιμωρήσουν του δεξιούς αλλά και να απελευθερώσουν τους κρατούμενους. Περίπου 400 αντάρτες περικύκλωσαν τις φυλακές της Ρεζί, αλλά βρήκαν ισχυρή αντίσταση από την φρουρά, καθώς υπήρχαν περιμετρικά πολυβολεία και τα πυρά τους ήταν διασταυρούμενα. Οι αντάρτες πλησίασαν το κτήριο της Ρεζί, αλλά δεν κατάφεραν να το πάρουν. Τα ξημερώματα ήρθαν ενισχύσεις, που ήταν στρατιώτες του εθνικού στρατού και οι ηττημένοι αντάρτες πήραν τους νεκρούς τους και τους τραυματισμένους και οπισθοχώρησαν προς τα βουνά. Οι φυλακές στην Ρεζί λειτουργούσαν σε όλη την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.
Αργότερα τμήμα του κτηρίου της Ρεζί, προς την οδό Σταμπουλή, μετατράπηκε σε κατοικίες, όπου κατοίκησε η Δωροθέα Παππά, και η οικογένεια Παπα-Τριανταφύλλου.
Πριν χτιστούν οι πολυκατοικίες στην γειτονιά Ρετζί υπήρχαν μόνο μονοκατοικίες, μαντριά, κήποι και αλάνες. Στην οδό Ιωάννη Άρτη, από το τζαμί και προς τα πάνω, στην δεξιά μεριά όπου σήμερα είναι η οδός Αερόπου ήταν το σπίτι του μανάβη Βασίλη Μήτκα, στο βάθος το σπίτι και η στάνη του Βαγγέλη Παπαπούλια, το σπίτι του κηπουρού Θεόδωρου Γκατζούλη, το σπίτι του καπελά Αθανάσιου Γρούιου, το σπίτι του Πέτρου Ζηβονίδη, που πουλούσε αυγά και άλλα προϊόντα στο παζάρι, και μετά ήταν η αυλή της Ρεζί και στη συνέχεια το πέτρινο κτήριο της εταιρίας μέχρι την γωνία με την οδό Παύλου Κύρου. Ακολουθώντας την οδό Παύλου Κύρου στην δεξιά μεριά ήταν το κτήριο της Ρεζί και μετά μια μεγάλη αλάνα. Δεξιά η οδός Σταμπουλή ήταν αλάνα και προς την οδό Παύλου Μελά ήταν το σπίτι του σταμνά Παντελή Μυλωνά και δίπλα το σπίτι του σταμνά Βασίλη Αλεξόπουλου. Απέναντι, στην ίδια οδό, την οδό Σταμπουλή ήταν το σπίτι του Παναγιώτη Μουλιέρη, που ήταν δημόσιος υπάλληλος, πιο κάτω ήταν ένα αδιέξοδο στενάκι, όπου ήταν το σπίτι του σαμαρά Ευάγγελου Μέλλιου και το σπίτι του τσαγκάρη Αναστάσιου Μάνη. Έξω από το στενάκι ήταν το σπίτι του χαλκοποιού Μιχαήλ Μπεδίστη και δίπλα το ωραίο νεοκλασικό σπίτι, που υπάρχει και σήμερα, του μυλωνά Κώστα Γκίλου ή Λάζου. Στη συνέχεια ήταν το σπίτι του παπα - Βασίλη Ηλίαδη. Μετά την αλάνα δεξιά ήταν η οδός Παύλου Κύρου, όπου ο Στράτος Μαθρακάς είχε το μαντρί του και αποθήκη ακατέργαστων δερμάτων. Πιο πάνω επί της οδού Παύλου Κύρου ήταν το σπίτι του δικηγόρου Νικόλαου Παπακωνσταντίνου, το σπίτι των σαμαράδων Παντελή και Γιώργου Μέλλιου, του σπίτι του έμπορου υποδημάτων Θαλή Παρίση και μέσα στο αδιέξοδο στενάκι το σπίτι των γουναράδων Αλέκου και Θωμά Γουναρά, και το σπίτι του χρυσοχόου Πέτρου Παπατράικου. Μετά ήταν το σπίτι του ράφτη Χρήστου Παπαχαρίση, το σπίτι του γεωπόνου Μπούμου, που μετά έγινε χώρος στάθμευσης του ξενοδοχείου «Ελληνίς», το σπίτι του υπάλληλου Γεώργιου Καλαούζη και στην γωνία με την οδό Σαρανταπόρου ήταν ένα οικόπεδο. Στην απέναντι γωνία των οδών Σαρανταπόρου και Παύλου Κύρου ήταν το σπίτι του καραγωγέα Στώικου. Συνεχίζοντας την οδό Παύλου Κύρου προς τα κάτω μετά ήταν το σπίτι ιδιοκτησίας Νικολάου Ζάικου, όπου έμενε ο δάσκαλος Δημήτριος Κύρου και ο σιδηροδρομικός Κωστόπουλος. Μετά ήταν το σπίτι του Στέφανου Σιδηρόπουλου, το σπίτι του αυτοκινητιστή Πέτρου Καμπασνίτσαλη, το σπίτι του δικαστικού υπαλλήλου Δημήτριου Μούκα, το σπίτι του κρεοπώλη Αθανάσιου Μούζα, το σπίτι της Ελευθερίας Βόικου, όπου μετά έμενε η κόρη της Θάλεια, νηπιαγωγός, και ο σύζυγός της Ανέστης Διαμαντόπουλος, υπάλληλος των ταχυδρομείων, το σπίτι του Μπογιάνου Στώιτσε, ένα μαντρί, και μετά το σπίτι του τυροπιτά Πέτρου
Γεωργιάδη στην γωνία των οδών Παύλου Κύρου και Ιωάννη Άρτη.
Μετά την γωνία συνεχίζοντας την οδό Ιωάννη Άρτη, ήταν το σπίτι του γεωργού Τραϊανού Μοστάκη, όπου μετά έμενε η εγγονή του Παρασκευή και ο σύζυγός της Νικόλαος Λιούκρας, εμπειροτέχνης. Μετά ήταν το σπίτι του παπλωματά Ιωάννη Παπαγεωργίου, το σπίτι του ράφτη Δημήτριου Παπαγεωργίου, το σπίτι της Γεωργίας Αθανασίτσα και μετά ήταν μια μεγάλη αυλή όπου ήταν το σπίτι τον Ευάγγελου Μπλάζε, που είχε πάντα πελώρια ουγγαρέζικα άλογα και ένα δίτροχο κάρο με το οποίο μετέφερε άμμο και αλάτι. Εκεί έμενε και ο γανωτής Γεώργιος (Τζώτζιας) Κλημιάδης. Στη συνέχεια ήταν το σπίτι του ξυλοκόπου Νικόλαου Σταυρέτη, και μετά το ακατοίκητο κίτρινο διώροφο σπίτι, που υπάρχει και σήμερα, που ανήκει σε κάποιους Φλωρινιώτες μετανάστες. Σε αυτό στεγάστηκε η ταβέρνα του «Πίκη» στο τέλος της
δεκαε¬τίας του 1980. Πίσω από αυτό το σπίτι κατοικούσε ο ράφτης Τρύφων Μπουμτίνης, και μετά ήταν ένα οικόπεδο στην γωνία I. Άρτη και Σαρανταπόρου. Εκεί κάποτε υπήρχε ένα γωνιακό σπίτι, κάποιου Γιώργου, που βομβαρδίστηκε από την ιταλική αεροπορία το 1940, όπου σκοτώθηκαν αρκετοί πολίτες και στρατιώτες.
Απέναντι ήταν ένα σπίτι στο ποτάμι, του κηπουρού Παντελή Μαλελή, και συνεχίζοντας την οδό Ιωάννη Άρτη, μετά ήταν το σπίτι του κηπουρού Χρήστου Μαλελή, το σπίτι του γεωργού Παντελή Δινόπουλου, του Κώστα Αντωνίου, το σπίτι του κηπουρού και μανάβη Ανδρέα Καραβασίλη, του Γεώργιου Καραβασίλη, που εργαζόταν στο σινεμά, και του Δημήτρη Καραβασίλη, που είχε μαγαζί ξηρών καρπών στο Κεντρικό. Μετά ήταν το σπίτι του Γεώργιου Μπάτσκου, πράκτορα μεταναστεύσεων και στην γωνία της οδού ΑνΘέων το σπίτι του Ιωάννη Δημητρίου και του γιου του Ναούμη, φούρναρη. Στο βάθος ήταν το σπίτι Αλέξανδρου Μούκα, που εργαζόταν στο σινεμά, και το σπίτι του Ηλία και Ιωάννη Δινόπουλου, που ήταν σταμνάδες. Στην άλλη γωνία της οδού ΑνΘέων και Ιωάννη Άρτη ήταν το σπίτι του φούρναρη Δημήτριου Πατσούρη και των γιων του Γεώργιου και Σταύρου, που ήταν μπακάληδες. Μετά ήταν δυο σπίτια ενωμένα και συμμετρικά, που έδιναν την εντύπωση ενός αρχοντικού σπιτιού. Στο ένα έμενε ο σιτέμπορος Πέτρος Πατσούρης και δίπλα ο φούρναρης Νικόλαος Πατσούρης και ο αδελφός του Δημήτριος Πατσούρης. Το σπίτι αυτό είχε επιταχτεί από τους γάλλους στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, και την περίοδο 1916-18 στεγαζόταν η λέσχη των ιατρών αξιωματικών του γαλλικού στρατού. Σε αυτό το σπίτι έμενε αργότερα και ο ιατρός Αναστάσιος Σούλας, όπου είχε και το ιατρείο του. O αείμνηστος Αναστάσιος Σούλας είχε διατελέσει Δήμαρχος Φλώρινας την περίοδο 1964-1967 και την περίοδο 1975-1979. Τέλος στην γωνία των οδών Ιωάννη Άρτη και Σιδηροδρομικού Σταθμού ήταν το σπίτι και το τσιπουράδικο - μπακάλικο του Θεόδωρου Μούλη.
Εδώ τελειώνει η περιμετρικός περίπατος στη πάλαι ποτέ γειτονιά Ρετζί, μια γειτονιά που σήμερα είναι πνιγμένη από τις πολυκατοικίες και τα
σταθμευμένα αυτοκίνητα.
Το κτήριο της Ρεζί ήταν ένα πέτρινο καφετί κτήριο, διώροφο και με πολλά παράθυρα. Είχε και μια μεγάλη αυλή. Πρώτα δόθηκε αντιπαροχή η αυλή και χτίστηκε η πρώτη πολυκατοικία στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 πέντε έξι πολυκατοικίες κάλυψαν τον χώρο της

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Γαμήλια Έθιμα στο Κρατερό

Ο γάμος είναι ένα έθιμο από τα πιο πλούσια σε τοπικό χρώμα και χαρακτήρα, με πολλή γραφικότητα, με άπειρες πατροπαράδοτες και πρωτότυπες συνήθειες και με μια ποικιλία δημοτικών τραγουδιών. Για τα χωριά είναι το μεγαλύτερο το πιο χαρμόσυνο γεγονός, γι' αυτό παίρνει έννοια τοπικού πανηγυρισμού, που σ' αυτό παίρνουν μέρος όλοι οι χωριανοί. Στη «Χαρά» βρίσκουν την ευκαιρία να διασκεδάσουν και να χαρούν, να ξεφύγουν από τη μονότονη καθημερινή τους ζωή και γι' αυτό τον περιμένουν το γάμο, πάντα με ανυπομονησία και τον οργανώνουν με τον καλύτερο τρόπο, έτσι που να ευχαριστηθούν όλοι οι καλεσμένοι.
Στα παλαιά χρόνια, το ξέρουμε όλοι, τα παντρολογήματα γίνονταν πιο πολύ από τον πατέρα και λιγότερο από τη μάνα. Αυτοί διάλεγαν τη νύφη για το γιό τους και τον γαμπρό για την κόρη τους. Την εκλογή την έκανε ο πατέρας και τη δουλειά την αποτελείωνε ο προξενητής ή η προξενήτρα. Οι νέοι μάθαιναν στα ξαφνικά, ότι τους αρραβώνιασαν, με το τάδε παιδί ή με το τάδε κορίτσι, κι από την ντροπή τους κατακοκκίνιζαν, χαμήλωναν τα μάτια και δεν έφεραν αντίρρηση καμιά. Ότι έλεγε ο πατέρας κι όπως πρόσταζε το έθιμο και η συνήθεια του τόπου. Τα χρόνια εκείνα οι άνθρωποι τηρούσαν με πίστη τα έθιμά τους, σαν δεύτερη θρησκεία.

Οι νέοι και οι νέες, λοιπόν, τόσο στη Φλώρινα, όσο και στα χωριά της,στην Κλαδοράχη, στη Νίκη, στο Παρόρι, στις Άνω Κλεινές, στην Αγία Παρασκευή και στο γραφικό Κρατερό, στο ζήτημα του γάμου, έπρεπε να συμμορφωθούν σύμφωνα με την απόφαση των γονιών τους.
Καλούσε ο πατέρας του γαμπρού τον προξενητή, που συνήθως ήταν συγγενής του κι αυτός έβαζε μπρος τη «δουλειά»:
- Ήρθα σταλμένος από τον τάδε,έλεγε στον πατέρα του κοριτσιού, και θέλει να δώσετε το κορίτσι σας στον γιο του.
Αν ο πατέρας της νύφης έβλεπε με «καλό μάτι» το προξενιό, άρχιζε η συμφωνία, το «παζάρεμα»
-Δέχομαι να δώσω το κορίτσι μου, αν μου δώσει ο γαμπρός τόσα χρήματα, τόσα ζευγάρια παπούτσια, τόσα παλτά κ.λ.π.
Έτρεχε ο προξενητής, τα ’λεγε στον πατέρα του γαμπρού κι εκείνος με τη σειρά του έκανε τα «παζάρια» του. Προσπαθούσε κάτι να κόψει απ' όλα όσα του ζητούσαν.
Ξαναπήγαινε ο προξενητής στον πατέρα του κοριτσιού έλεγε την επιθυμία του αυτή κι αν όπως προείπαμε έβλεπε «με καλό μάτι» το προξενιό, έκοβε κάτι, για να μη χαλάσει η «δουλειά», συμφωνούσε κι έδινε λόγο. Ετοίμαζαν κατόπι το «σημάδι», μια πετσέτα και τρία κέρματα τρύπια, τα στέλνε στον γαμπρό, κι ο γαμπρός τον κερνούσε. Ύστερα από τρεις τέσσερις εβδομάδες η πεθερά παράγγελνε στη νύφη να ετοιμάσει τα δώρα για τους συγγενείς, τσεμπέρια με ουρές, δηλαδή με κρόσσια για τις γυναίκες, για τους άντρες κάλτσες και για τον γαμπρό μια πετσέτα στολισμένη με κέρματα και ένα μαντίλι της τσέπης με ένα ναπολεόνι ή μια λίρα χρυσή. Όλα αυτά τα δώρα τα πήγαινε ο προξενητής, στο σπίτι του γαμπρού κι εκεί αμέσως τ' αραδιάζανε πάνω στο τραπέζι κι ύστερα φωνάζανε έναν-έναν τους συγγενείς να παραλάβουν τα δώρα τους, αλλά ν' αφήσουν ο καθένας τους και μερικά κέρματα για αντίδωρο.
Όλα κατόπι τα δώρα τα απλώνανε στο «τσαρδάκι (υπόστεγο) και φίλευαν τον προξενητή.
Τώρα είχε σειρά η πεθερά να στείλει τα δώρα της στη νύφη κι αυτά ήταν ένα μπουκέτο λουλούδια στολισμένο με κέρματα. Με τα δώρα της νύφης και της πεθεράς ο αρραβώνας ήταν τελειωμένος, ώσπου όμως να φτάσει η μέρα του γάμου θα περνούσαν δυο και τρεις μήνες, γιατί η νύφη έπρεπε να είναι έτοιμη, δηλαδή να ετοιμάσει τα δώρα της και τη φορεσιά της. Τη φορεσιά του γαμπρού την ετοίμαζε η μάνα του γιατί φοβούνταν τα μάγια, καθώς επίσης και τα δώρα που είχε τάξει.

Τα χρήματα που έταζε ο γαμπρός στη νύφη τα δίνανε με δόσεις κι όσα απόμειναν την παραμονή του γάμου. Από τα χρήματα, αυτά η νύφη ξόδευε για τα δώρα του γάμου της.
Την Πέμπτη, πριν από την Κυριακή του γάμου, ένα κορίτσι, που να ζούσαν και οι γονείς του, ζύμωνε τα κουλουράκια και μ' αυτά καλούσαν συγγενείς και φίλους. Ζύμωναν επίσης και δυο μπουγάτσες με τις οποίες προσκαλούσαν τον κουμπάρο και τον παρακούμπαρο. Στο σπίτι του γαμπρού μαζεύονταν πολλά κορίτσια και με χαρές και τραγούδια πλέκανε την ψάθα:
«Δύο νέοι ερωτευτήκανε σε πράσινα λειβάδια εις την πηγή κοντά
που τρέχουνε γάργαρα νερά».
Αφού τέλειωνε το πλέξιμο της ψάθας την έπαιρνε η πεθερά και πάνω της έστρωνε το πάπλωμα και μια κουβέρτα. Κατόπι οι συγγενείς του γαμπρού φέρνανε σιτάρι και το ’ριχναν πάνω στο πάπλωμα και στην κουβέρτα, ενώ η πεθερά έριχνε χρήματα και καραμέλες. Κατόπι τρία αγοράκια κι ένα κοριτσάκι ψάχνανε να βρούνε τις καραμέλες και τα χρήματα, που συμβόλιζαν μ' αυτά την τεκνοποίηση των νεόνυμφων. Μετά κι άλλα παιδιά κάνανε την ίδια δουλειά.
Το σιτάρι εκείνο που ρίχνανε πάνω στην ψάθα οι συγγενείς το πήγαιναν στο μύλο, το άλεθαν και μ' αυτό ζύμωναν το ψωμί για το γάμο. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, τα κορίτσια που πλέξανε την ψάθα, φορούσαν τα άμορφα φορέματά τους, βάζανε μέσα σ' ωραίους χειροποίητους σάκους κεντημένους τα κουλουράκια και γυρνούσαν όλο το χωριά για να καλέσουν συγγενείς και φίλους στο γάμο. Το πρωί της Παρασκευής οι κουλουπτσήδες (υπηρέτες) πήγαιναν στα σπίτια του γαμπρού, και της νύφης για να προσφέρουν τη βοήθειά τους δηλαδή να σφάξουν τα βόδια και τα πρόβατα
για το τραπέζι του γάμου.

Το βράδυ της ίδιας μέρας στο σπίτι της νύφης το γλέντι ήταν τρικούβερτο. Γλεντούσαν τα νιάτα, αγόρια και κορίτσια που κάλεσε η νύφη.
Το Σάββατο οι «μπάμπες», μαγείρευαν τα πιο νόστιμα φαγητά για το γαμήλιο τραπέζι. Το βράδυ, πριν από το γλέντι, με ξύλινα παγούρια τώρα, καλούσαν συγγενείς και φίλους. Οι κουλουπτσήδες προσκαλούσαν τον κουμπάρο και παρακούμπαρο.
Όταν ήταν μαζεμένοι όλοι, ένα κορίτσι και ένα αγόρι, όχι ορφανά, κοσκίνιζαν αλεύρι και ζύμωναν δύο μπουγάτσες. Το αγόρι ανακάτευε με ένα ξύλο που βάζανε στο ζυγό των ζώων τους κι έλεγε: «στεριωμένα».
Από το ζυμάρι που θα γίνονταν η μπουγάτσα εκείνη, παίρνανε ένα κομμάτι βάζανε μέσα ένα παρά και το έψηναν. Το ψημένο αυτό κουλουράκι με τον παρά το σπάζανε μετά το φαγητά, το μοίραζαν στους καλεσμένους κι όποιος έβρισκε τον παρά, αν μεν ήταν άντρας σήμαινε πως ο γαμπρός ήταν τυχερός, αν ήταν γυναίκα τότε τυχερή θα ήταν η νύφη.
Ώσπου, να στρωθεί το τραπέζι, ο κουμπάρος και παρακούμπαρος ξύριζαν τον γαμπρό, οπότε οι καλεσμένοι ρίχνανε χρήματα στην πετσέτα και τα όργανα έπαιζαν το σχετικό τραγούδι.
Η διασκέδαση διαρκούσε μέχρι τα μεσάνυχτα, με φαγοπότι και τραγούδι και χορό, οπότε φτάνανε άνθρωποι από το σπίτι της νύφης και τους καλούσαν για τη συνέχεια εκεί. Στο δρόμο αγόρια και κορίτσια πασπαλίζονταν με αλεύρι κι όλα πειράζονταν, γελούσαν και χαριεντίζονταν. Στο σπίτι της νύφης το γλέντι κρατούσε λίγο γιατί οι γλεντοκόποι ξαναγύριζαν στο σπίτι του γαμπρού για να διαλυθούν τότε μόνο, όταν ο κουμπάρος θα έδινε το σύνθημα.
Φεύγανε τότε όλοι, εκτός από τους κουλουπτσήδες που κατά το διάστημα της νύχτας ετοίμαζαν τα φαγητά της επομένης της Κυριακής.
Νέα πρόσκληση πάλι του κουμπάρου και παρακούμπαρου το πρωί της Κυριακής του γάμου, από τους κουλουπτσήδες για το πρωινό τραπέζι, και προετοιμασία για να πάρουν τη νύφη.
Πριν πάνε να πάρουν τη νύφη, ο πατέρας του γαμπρού κάθεται στην αυλή του σπιτιού του, κρατάει δυο ψωμιά, αλάτι και κρασί. Πίνει από το κρασί και φυσάει τρεις φορές σκορπίζει δηλ. την τύχη, πίνει κατόπι ο κουμπάρος και παρακούμπαρος. Πατέρας και μάνα μοιράζουν δώρα (κέρματα), καθώς και οικαλεσμένες γυναίκες. Φιλάει ο γαμπρός το χέρι του πατέρα του και της μάνας του κι ο προξενητής δείχνει το δρόμο οπότε η πομπή ξεκινά.
Μπροστά μπροστά πάνε δυο κοριτσάκια (όχι ορφανά) κρατώντας δυο μπουγάτσες, ακολουθούν τα όργανα, ο κουμπάρος, παρακούμπαρος, ο γαμπρός και οι άλλοι συγγενείς καιοι φίλοι.
Φθάνανε στο σπίτι της νύφης κι όταν ανέβαιναν τα σκαλιά του σπιτιού της δίνανε σ' αυτήν ατό το παράθυρο ένα κόσκινο και ένα δαχτυλίδι, για να δεί τον γαμπρό από το κόσκινο. Στρώνανε το τραπέζι κι ο πατέρας της εκ μέρους του γαμπρού της έδινε παπούτσια, αλλά αυτή έκανε πως δεν τα θέλει και τα γυρνούσε πίσω.
- Αυτά που βλέπεις και θα τα φορέσεις για να πας στο γάμο, είναι αγορασμένα από τη…Φλώρινα.
-Δεν τα Θέλω, απαντούσε η κόρη.
- Αυτά είναι απ' τη Θεσσαλονίκη, της λέει ξαναδίνοντάς της τα ίδια.
-Όχι δεν τα θέλω.
Αφού κάνει μια χειρονομία ο παρακούμπαρος ότι δήθεν παίρνει ένα άλλο ζευγάρι παπούτσια, της ξαναδίνει πάλι τα ίδια και της λέει:
-Αυτά είναι από τον γαμπρό! Μάααααλιστα. Μάαααααλιστα, αυτά μου ταιριάζουν, αυτά είναι καλά, τα θέλω.
Πανέτοιμη πια η νύφη με την ωραία της φορεσιά και τα στολίδια της οδηγούνταν από μια συγγενή της γυναίκα στον πεθερό της, του φιλούσε το χέρι και του πρόσφερε μια πετσέτα. Το ίδιο έκανε και στην πεθερά, που με τη σειρά της τώρα αυτή άδειαζε στην ποδιά της νύφης της μια σακούλα με κουφέτα, τα οποία κατόπι μάζευαν με το κόσκινο.
Μπροστά στους συμπεθέρους είχαν αφημένο ένα ψωμί με ένα σταυρό πάνω του από βασιλικό και τρεις παράδες. Αφού φιλιούνταν οι δυο συμπέθεροι, σπάζανε το ψωμί στα δυο κι όποιος τύχαινε να πάρει το πιο μεγάλο κομμάτι ήταν ο τυχερός. Τον βασιλικό κατόπι τον δίνανε στη νύφη για να τον βάλει στο μπαούλο της με τα ρούχα. Άλλαζαν δώρα οι συγγενείς, τα λαϊκά όργανα παίζανε τα λυπητερά τραγούδια του αποχωρισμού και στήνονταν στην αυλή του σπιτιού για το χορό, πριν ξεκινήσουν για τη στέψη στην εκκλησία. Χόρευε ο γαμπρός με τον κουμπάρο και η νύφη με τους γονείς της. Περνούσαν τις μπουγάτσες του γαμπρού από το κεφάλι των δύο μελλονύμφων και ξεκινούσαν για τη στέψη.
Μπροστά πήγαιναν οι συγγενείς του γαμπρού και κατόπι ακολουθούσαν οι συγγενείς της νύφης. Την ώρα που έφευγε η νύφη για την εκκλησία, την ίδια ώρα έπρεπε να φύγουν τα προικιά της για το σπίτι του γαμπρού.
Στα πιο παλιά χρόνια η στέψη γίνονταν στο σπίτι, οπότε οι νεόνυμφοι έπαιρναν θέση κοντά σ' ένα βαρέλι. Μπροστά από τη γαμήλια πομπή προχωρούσε ένα παιδάκι και η σημαία με ένα μήλο.
Μετά τη στέψη στο σπίτι του γαμπρού παρουσίαζαν στη νύφη δύο αγόρια και ένα κορίτσι κι εκείνη τα δώριζε κάλτσες και από ένα κουλούρι. O γαμπρός έδειχνε την προίκα στον παρακούμπαρο κι εκείνος κρατούσε μια πετσέτα, με την οποία έπαιρνε τη νύφη και την όπως την οδηγούσε μέσα, σταύρωνε την πόρτα με βούτυρο και με ζάχαρη, για νάνε γλυκιά σαν ζάχαρη και μαλακιά σαν το βούτυρο. Της δίνανε κι ένα αυγό, για να γεννάει σαν την κότα και της χτυπούσαν το κεφάλι στο τζάκι του σπιτιού, για να ’ναι προσηλωμένη στο νοικοκυριό της. Κατόπιν χτυπούσαν κι όλους τους «κουλουπτσήδες». Ύστερα απ' όλα αυτά πήγαιναν στο ποτάμι και προσκυνούσαν εννιά φορές το νερά, βάζανε ένα παρά στο πόδι του γαμπρού και έναν άλλο στο πόδι της νύφης, μπαίνανε μέσα στο ποτάμι και προσπαθούσαν κατόπι να βρούνε τους παράδες. Γεμίζανε νερό ένα σταμνί, αλλά οι «κουλουπτσήδες» κερνούσαν όλους κρασί και τυρί. Φεύγανε κατόπι για την πλατεία του χωριού όπου η νύφη Φιλούσε τα χέρια των χωριανών.
Στο σπίτι του γαμπρού, τώρα οι «κουλουπτσήδες» ( υπηρέτες) ντυμένοι καρναβάλια, με ένα κοκόρι στο χέρι είχαν τοποθετήσει στη σκάλα του σπιτιού ένα αλέτρι, ένα ζυγό, ένα τηγάνι, μια κούνια κι ένα κόσκινο. Οι δυο αυτοί μασκαρεμένοι υπηρέτες παρίσταναν τους νεόνυμφους και το κοκόρι το μικρό παιδί. Από όσα λοιπόν είναι αφημένα στη σκάλα, έπαιρνε καθένας υπηρέτης τα δικά του, έπαιζαν και διασκέδαζαν. Στο κόσκινο μέσα ρίχνουν παράδες και στο τηγάνι πίτουρα και στάχτη και κάνουν πως μαγειρεύουν. Φώναζαν το γαμπρό να πιάσει το ζυγό και το αλέτρι, η νύφη του έριχνε νερό και έπιανε τα δικά της το κόσκινο, την κούνια και το τηγάνι. Δωρίζει κατόπι στον γαμπρό πουκάμισο.
Το πρωί της επόμενης ημέρας περίμεναν το πιο χαρμόσυνο γεγονός, της «παρθενιάς» το σημάδι, που το έπαιρναν σ' ένα σεντόνι ή κόσκινο, προσκαλούσαν με τσίπουρο τους κουμπάρους και το γιόρταζαν με «πόντσ» (τσίπουρο βραστό και γλυκό). Το γλυκό τσίπουρο δήλωνε την παρθενιά της νύφης. Εάν δεν ήταν γλυκύ, ήταν σημάδι ότι η νύφη δεν ήταν παρθένα, οπότε γίνονταν διαπόμπευσή της στο χωρίο. Την βάζανε καβάλα ανάποδα και την οδηγούσε ο γαμπρός στον πεθερά του.
Αν ήταν παρθένα τρισευτυχισμένος ο γαμπρός για την αγνότητα της νύφης έστελνε και ξανάστελνε μήλα στολισμένα με παράδες στον πεθερό του, ενώ η μάνα της νύφης, σ' ανταπόδοση, έστελνε κόκορα στολισμένο επίσης με παράδες. Δεν μπορούσε όμως ο γαμπρός να πάρει τον κόκορα εάν πρώτα δεν φιλοδώριζε τον κομιστή.
Πλούσιο τραπέζι ετοιμάζανε για τον γαμπρό και το συγγενολόι της νύφης και για ν 'ακουστεί στο χωριά ότι άρχιζε το καινούργιο τους νοικοκυριό, γαμπρός και νύφη σκούπιζαν αφού πρώτα κρεμούσαν στη σκούπα ένα κουδούνι.
Την Δευτέρα, μετά την Κυριακή του γάμου, στο σπίτι του γαμπρού οι συγγενείς έφθαναν με τα δώρα τους, διάφορα σκεύη γεμάτα με καραμέλες, και φιλεύονταν, γλεντούσαν και χόρευαν ως αργά το βράδυ, οπότε γίνονταν το «ξεπροβόδισμα» όλων των συγγενών, φεύγανε και οι κουλουμπτσήδες. Πριν φύγουν όμως από το σπίτι του γαμπρού άρχιζε το «τάξιμο» για την υπηρεσία τους που πρόσφεραν σ' όλη τη διάρκεσα του γάμου. Εάν ο πεθερός και η πεθερά έδειχναν κάποιο δισταγμό τότε τους δένανε και τους κρεμούσαν από το ταβάνι του σπιτιού και τους «δίκαζαν» οι ίδιοι οι υπηρέτες, μέχρι που έταζαν πλούσια δώρο, κότες, λουκάνικα, φρούτα κ.λ.π. Μετά το «τάξιμο» τους έλυναν, παίρνανε τα «ταξίματα», τα ψήνανε και τα τρώγανε όλοι μαζί. Αυτό ήταν το τελευταίο τραπέζι του γάμου.
Την άλλη Κυριακή, μετά το γάμο, ο γαμπρός και η νύφη πηγαίνανε και κοιμούνταν στο σπίτι της μητέρας της, εκεί έρχονταν όλο το συγγενολόι του γαμπρού και φιλεύονταν πλουσιοπάροχα. Την Δευτέρα, η πεθερά, έβαζε τη νύφη της να ζυμώσει ένα ψωμί γλυκό με ζάχαρη και την επόμενη Κυριακή γίνονταν τα «επιστρόφια» στο σπίτι του γαμπρού, οπότε καλεσμένο ήταν όλο το συγγενολόιτης νύφης και φιλεύονταν σε πλούσιο τραπέζι κι ο γάμος τέλειωνε.

Ιφ. Διδασκάλου

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Ο μήνας Μάρτης στη λαογραφία. Γεώργιος Μπόντας

Βγαίνει ο κακός ο μήνας. Μπαίνει ο καλός ο μήνας.
0 Φλεβάρης πάει φεύγει και το Μάρτη δεν χωνεύει. Όξω ψύλλοι, ποντικοί. Μέσα Μάρτης και χαρά και καλή νοικοκυρά. 0 καημένος ο Φλεβάρης. 0 λαός τον έκαμε άσχημο και κουτσό γαϊδουρο-καβαλάρη. Τα παιδιά τον συνοδεύουν, τον διαπομπεύουν στους δρόμους με τενεκέδες, φωνές και με τραγούδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
Όξω βρε κουτσοφλέβαρε με τα πολλά τα χιόνια.
Να ρθει' σ Μάρτης με χαρά και με τα χελιδόνια.
0 Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης. 0 μήνας των χελιδονιών και των πελαργών. 0 μήνας της βλάστησης και των πρώτων λουλουδιών, μα και ο μήνας των μεγάλων αντιθέσεων και των απότομων μεταβολών. Για το λόγο αυτό δέχτηκε τα καταιγιστικά
πυρά του λαού με απίθανα σκωπτικά κυρίως ονόματα. Βαφτίστηκε λοιπόν Κλαψομάρτης, κλάψας, Πεντάγνωμος, Γδάρτης, Παλουκοκαύτης, Ανοιξιάτης και φυτευτής. Ονομάστηκε Κλαψομάρτης και Κλάψας, γιατί με τον συνήθως βροχερό του καιρό φαίνεται πως κλαίει.
0 Μάρτης στην αρχαιότητα ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου και n πρωτομαρτιά ήταν και πρωτοχρονιά. Σαν τέτοιος, αυτός ο μήνας, έπρεπε να τιμηθεί ιδιαίτερα. Γι' αυτό και οι Ρωμαίοι του δώσανε το όνομα Μαρτίους από το Θεό Μαρς, δηλαδή Άρης, ο Θεός του πολέμου και γενάρχης των Ρωμαίων. 0 Μάρτης δεν ήταν μόνο Θεός του πολέμου, μα και των αέρηδων που φυσούσαν την Άνοιξη και βοηθούσαν τη βλάστηση της γης και των χωραφιών. Οι Αρχαίοι 'Έλληνες τον λέγανε Ελαφιβολίονα, γιατί τότε γινόταν το κυνήγι των ελαφιών στην Ελλάδα. Οι κρητικοί τον λένε πεντάγνωμο για την αστάθεια και τις απότομες μεταβολές του. H αστάθεια του είναι χαρακτηριστική. Μπορεί το πρωί να αρχίσει με ωραίες λιακάδες και ασυννέφιαστο ουρανό και ύστερα από λίγο να αρχίσει να Θυμώνει, να κατσουφιάζει και να το γυρίζει στις βροχές και στα μπουμπουνητά. Γι' αυτό και οι άνθρωποι ξέροντας αυτή την αδυναμία και την ιδιοτροπία, σου συμβουλεύουν. "Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα".
Στα παλιά χρόνια υπήρξε ένα όμορφο γραφικό έθιμο που διατηρείται και σήμερα ακόμα. Το έθιμο της κλωστής

του Μάρτη. Την παραμονή, συνήθως n γιαγιά του σπιτιού ετοιμάζει την κλωστή, κόκκινη και άσπρη. Τα παλιά χρόνια μάλιστα την στριφογύριζε και την περνούσε σε μια τρύπια δεκάρα, έκανε για όλους τους σπιτικούς, γυναίκες και μικρά παιδιά. H διαδικασία αυτή, το δέσιμο της κλωστής έχει βαθύτερο νόημα. Το άσπρο χρώμα συμβολίζει την αγνότητα και το δεσμό της οικογένειας, n δε κόκκινη συμβολίζει την αγάπη. Οι δυο μαζί κλωστές αποτελούν δεσμό και την πίστη προς τη Θρησκεία. Οικογένεια και θρησκεία είναι δυο έννοιες στενά συνδεδεμένες. Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του
απ' τη ρωμαϊκή εποχή, μετά πέρασε στους βυζαντινού, όπου οι βυζαντινές πατρίκιες κρεμούσαν στο λαιμό
τους σκόρδο, κρεμμύδι και άλλα μικροπράγματα, καθώς και χρυσή αλυσίδα. H κλωστή του Μάρτη δένονταν
σε όλα τα μέλη της οικογένειας στους μικρότερους φυσικά.
Την κλωστή του Μάρτη την κρατούσαν εννιά μέρες. Την ενάτη την κρεμούσαν στα μπουμπουκιασμένα
κλαδιά έξω απ' το σπίτι ή σε καμιά τριανταφυλλιά του κήπου. Πίστευαν ότι από εκεί Θα την έπαιρνε ο πελαργός
και τα χελιδόνια και θα την πήγαιναν στο Θεό και ο Θεός Θα τους ανταπέδιδε αυτά που επιθυμούσαν. Έτσι τα
μικρά παιδιά περίμεναν τα δώρα τους όλο το χρόνο. Άλλοι λένε ότι την κλωστή την κρατούσαν μέχρι τις 25 Μαρτίου τη μεγάλη γιορτή, που έχει για τπ Ρωμιοσύνη διπλό χαρακτήρα, διπλή σημασία, τη θρησκευτική και την εθνική. Την ημέρα αυτή βγάζουν την κλωστή από τα χέρια τους
«τους μάρτηδες» και τους κρεμούν στα κλαριά για να τους πάρουν τα χελιδόνια. 0 λαός μας πιστεύει ακόμα
απόλυτα πως με τον ερχομό της 25ης Μαρτίου μπαίνουμε πια επίσημα στην εποχή της Άνοιξης και έρχονται και
τα πρώτα χελιδόνια. H κλωστή του Μάρτη είχε μεγάλη δύναμη και τους προφύλασσε απ' το μαύρισμα του ήλιου που καίει αυτό το μήνα παράξενα. Κι αυτό είναι
συνδεδεμένο με μια παλιά δοξασία των Βυζαντινών, ο οποίοι πίστευαν ότι n άσπρη κλωστή συμβολίζει το πρωινό φως
του ήλιου και π κόκκινη το μεσημεριάτικο ήλιο και οι δυο μαζί διώχνουν την καυτερή ηλιαχτίδα και έτσι προστατεύεται το πρόσωπο και ο λαιμός από το άρπαγμα του μαρτιάτικου ήλιου. Ακόμα n κλωστή του Μάρτη είχε τη δύναμη να τους προστατεύει και από διάφορες αρρώστιες, ειδικά από τους πυρετούς. Γύρω από την όμορφη κλωστή αυτή του Μάρτη, υπάρχουν πολλοί ωραίοι Θρύλοι. Μια παράδοση λέει τους έφτιαχναν με τέχνη και τους κρεμούσαν σε κλώνους αμυγδαλιάς ή τριανταφυλλιάς, ενώ συγχρόνως τραγουδούσαν χαρμόσυνες στροφές. Άλλη παράδοση λέει ότι βγάζανε τον «Μάρτη» όταν αντίκριζαν το πρώτο χελιδόνι και τραγουδούσαν:
Χελιδόνι μου γοργό,
που ’ρθες απ' την έρημο,
τι καλά μας έφερες ;
Την υγεία και τη χαρά
και τα κόκκινα τ' αυγά.
0 Μάρτης έχει και έναν ζεστό ήλιο, φοβερό που καίει και τσουρουφλίζει. H παράδοση λέγει, πως ο ήλιος του Μαρτίου μαυρίζει το πρόσωπο και δημιουργεί στίγματα και λεκέδες. «Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει». Οι κοπέλες λοιπόν, έπρεπε να προφυλαχθούν να μείνουν κρινόλευκες και γαλατένιες «οπόχει κόρην ακριβή του Μάρτη ο ήλιος μην την δει». Στις εννιά του Μάρτη είναι n γιορτή των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων. Στη συνείδηση του λαού μας ο αριθμός σαράντα λογαριάζεται σαν ιερός. Οι συνήθειες και οι προλήψεις την ημέρα αυτή ανήμερα δηλαδή της γιορτής παίρνουν και δίνουν όπως, λένε . Έτσι ορισμένες νοικοκυρές θα φτιάξουν τις σαραντόππιτες.. Πίττες με σαράντα φύλλα ή με σαράντα ειδών λάχανα. Κι ακόμα σαράντα τηγανίτες, σαράντα είδη φαγητά με σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια, που μοιράζονται για την «ψυχή των ζωντανών».
‘’Σαράντα να φας, σαράντα να πιεις, σαράντα να δωσ ' για την ψυχή σ’ ‘’
H αιφνίδια αλλαγή του καιρού δηλώνεται εμφατικά με διάφορα ρητά: 0 Μάρτης ως το γιόμα το ψόφησε, κι
ως το βράδυ το βρωμάει. Το γάιδαρο τον σκουληκιάζει και τον ξεσκουληκιάζει. Όλοι μήνες τρώνε κρέας κι ο Μάρτης κόκαλα. Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκάφτnς, λέγεται αυτό γιατί καίμε και τα παλούκια ακόμα, μιας και νομίζουμε πως τελείωσε ο χειμώνας και μαζί του τα ξύλα. Επειδή «ο Μάρτης δε λείπει απ' τη Σαρακοστή» γι' αυτό για κάποιον ή κάτι, που δεν το περιμένουμε αλλά έρχεται, λέμε: «λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή;»
Λέμε ακόμα για το Μάρτη: Το Μάρτη ξύλα φύλαξε, μην κάψεις τα παλούκια. Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει πότε γελάει. Όλο το Μάρτη φύλαγε, ως τις δέκα τα’ Απρίλη. Από τις εννιά του Μάρτη, είν’ η άδεια του φιδιού. Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές. Από Μάρτη καλοκαίρι, μηδ’ ο Μάρτης καλοκαίρι, μηδ’ ο Αύγουστος χειμώνας, που αν και φαινομενικά αντιφάσκουν, σημαίνουν ότι απ’ τον Μάρτη αρχίζει διαφαίνεται το καλοκαίρι και από τον
Αύγουστο ο χειμώνας, πλην όμως ούτε Μάρτης είναι το καλοκαίρι, ούτε Αύγουστος χειμώνας. Τις καλοκαιρινές αλλαγές του Μάρτη, ο λαός της Μακεδονίας, τις έκαμε παραμύθι: 0 Μάρτης είχε δύο γυναίκες. H μία είναι όλο δροσιά, χαρά και ομορφιά και n άλλη φορτωμένη μ' όλη την ασκήμια του κόσμου. Όταν βλέπει την πρώτη του γυναίκα χαμογελά και χαίρεται. Το γέλιο του το παίρνουν οι ηλιαχτίδες και το σκορπίζουν σ' όλο τον κόσμο. Όταν όμως κοιτάζει τη δεύτερη γυναίκα του σκυθρωπιάζει και Θυμώνει. Και την ανταριασμένη καρδιά του την παίρνουν τα σύννεφα και οι
βοριάδες και την κάνουν χιόνια και βροχές. Σε κάποιο άλλο παραμύθι, ο Μάρτης έχει μια και μοναδική γυναίκα. Μια πεντάμορφη κόρη που το πρόσωπό της μοιάζει με το ολοφώτεινο πρόσωπο του ήλιου. Όποιος την δει μαγεύεται. Όμως n καημένη είναι κουτσή. Όταν ο Μάρτης την κοιτά καθιστή χαίρεται και n καρδιά του γεμίζει ευτυχία. Όταν την βλέπει όρθια να κουτσαίνει γεμίζει λύπη και πόνο και συννεφιά. Υπάρχουν και διάφορες άλλες παραδόσεις που τις αναφέρω παρακάτω: Οι μήνες αποφάσισαν μια μέρα να βρουν ο καθένας και από μια γυναίκα για να μην είναι έτσι
έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι έβαλαν προξενητάδες και ο καθένας βρήκε την δικιά του. 0 Μάρτης όμως γελάστηκε και πήρε μια χανούμισσα. Είχε μάθει πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες και γι' αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα . Το τι έγινε, όμως το βράδυ δεν περιγράφεται. H Τουρκάλα ήταν πάρα πολύ άσχημη και ο Μάρτης μόλις εκείνη έβγαλε το γιασεμάκι, σηκώθηκε και έφυγε. H άλλη παράδοση λέει τα εξής: Κάποτε οι 12 μήνες αγόρασαν ένα γεμάτο βαρέλι γεμάτο κρασί με 12 κάνουλες, μια για τον καθένα, κάθετα τοποθετημένες. Τότε ο Μάρτης επειδή ήταν γερός και πονηρός όπως φάνηκε στο τέλος ζήτησε να του επιτρέψουν να χρησιμοποιεί την πρώτη από κάτω κάνουλα, πράγμα που έγινε. 0 Μάρτης κάθε μέρα πήγαινε σαν κύριος στο βαρέλι, άνοιγε την κάνουλά του και έπινε το κρασάκι. Οι άλλοι μήνες καθυστέρησαν λίγο να αρχίσουν το κρασί. Όταν κάποτε πήγαν στο βαρέλι να πιουν και αυτοί, είδαν με έκπληξη ότι καμιά κάνουλα δεν έτρεχε κρασί. Σαν αίτιο Θεώρησαν το Μάρτη και τον ρωτούσαν: «Μάρτη, γιατί μας ήπιες το κρασί;» Δεν σας το ήπια εγώ απαντούσε αυτός. Εγώ έπινα απ’ τη δική μου κάνουλα . Οι δικές σας είναι σφραγισμένες. Οι κουτοί μήνες επιτέλους κατάλαβαν την πονηριά του Μάρτη και αποφάσισαν να τον δικάσουν. Όταν του 'λεγαν πως θα τον δικάσουν και Θα τον τιμωρήσουν, αυτός στενοχωριόταν και τότε ο καιρός γινόταν «λίαν νεφελώδης μετά βροχών και καταιγίδων ...» Όταν όμως οι άλλοι δεν του μιλούσαν σχετικά με το θέμα αυτό, αυτός χαμογελούσε ικανοποιημένος και τότε ο καιρός γινόταν «αίθριος» και ανέβαινε n Θερμοκρασία. Οι τελευταίες μέρες του Μάρτη λέγονται «τ'ς Μπάμπους οι μέρες» γιατί μια γριά τσομπάνισσα ξεγέννησε τις προβατίνες της μέχρι τις 30 του μήνα με καλοκαιρία και νομίζοντας ότι ξεγέλασε τον Μάρτη, που είχε τότε 30 μέρες, αφού δεν έπαθαν τίποτα τα αρνάκια της, τον κορόιδευε. Όμως ο Μάρτης Θύμωσε για την προσβολή της γριάς και έκλεψε μια μέρα απ’ τον Φλεβάρη (που έμεινε κουτσός) για να την εκδικηθεί. H 31η λοιπόν του Μάρτη ήταν σωστή θεομηνία. Χιονοθύελλες και παγωνιές σάρωσαν τη φτωχή γριά, την μπάμπω και δεν έμεινε ούτε πρόβατο ούτε προβατίνα. Πέρα από τα ήθη και τα έθιμα ο λαός έθεσε τον Μάρτη στα τραγούδι του, στους έρωτές του, στα κατορθώματά του, στη λεβεντιά του.
Π" ανάθεμά σε Παχνιστή Γενάρη και Φλεβάρη.
Και συ Μαρτούλη Θλιβερέ που κάνεις
το χειμώνα.
Δεν σκέφτεσαι την κλεφτουριά και τα παλικαράκια.
Τα γέλασες, τα πλάνεψες με τον λαμπρό τον ήλιο,
και βγήκαν πάνω στα βουνά στους πάγους και στα χιόνια...
Το Μάρτη να μην χαίρεστε και βγάνετε τις κάπες
Πότε γελάει και ξαστερών και πότε
ανταριάζει.

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

Στον Παπαγιάννη διατηρούνται μερικά έθιμα κατά την περίοδο της Σαρακοστής .
Καθαρή Δευτέρα


Την Καθαρή Δευτέρα καθαρίζουν το σπίτι, ζεσταίνουν μέσα σε καζάνια νερό και πλένουν ρούχα, κουβέρτες και στρωσίδια. Καθαρίζουν καλά τα οικιακά σκεύη, κατσαρόλες, τηγάνια τρίβοντας τα με στάχτη ώστε να μη μείνει λίγδα.
Τρώνε νηστίσιμα και το μεσημέρι βάζουν στο τραπέζι κρασί και μ' αυτό πλένουν το πρόσωπο για να μην τους τσιμπάνε κουνούπια. Περνούν είκοσι κεφάλια από ψάρια σε κλωστή (αρμαθιά), τα ξεραίνουν και τα έχουν για το μάτιασμα.
Όλη τη βδομάδα οι περισσότεροι νηστεύουν, δεν τρώνε ούτε λαδερά, και συνεχίζουν μερικοί να νηστεύουν και όλη τη Σαρακοστή, συνήθως οι γυναίκες.
Αρκετοί νέοι νήστευαν τρεις μέρες («τριήμηρ»), όπως το λέγαν, περισσότερο οι κοπέλες και λιγότερο τα αγόρια. Μαζεύονταν τρεις κοπέλες «τριμήρκες»» σ' ένα σπίτι και νήστευαν ξαπλώνοντας για να μη χάνουν τις δυνάμεις τους. Τη Δευτέρα, πρώτη μέρα νηστείας, όταν χτυπούσε η καμπάνα το απόγευμα έτρωγαν μισή λειτουριά (πρόσφορο) και οι γονείς τους ψώνιζαν διάφορα νηστίσιμα εδέσματα όπως καρύδια και φρούτα, τους έφτιαχναν φασόλια χωρίς λάδι (τρέαν), πιτουλίτσες, κομπόστες με κορόμηλα, αχλάδια, μήλα και σύκα.
Την Τετάρτη οι «τριμήρκες» πήγαιναν με τους γονείς τους στην εκκλησία. Οι μητέρες τους κουβαλούσαν μέσα σε «τάμπλες» (καλάθες) τα εδέσματα. Οι κοπέλες, αφού έπαιρναν τον αγιασμό από τον παπά, έβγαιναν έξω και γινόταν ανταλλαγή των εδεσμάτων.
Την Παρασκευή, στους Α' Χαιρετισμούς οι κοπέλες και οι νύφες ντυμένες με τις τοπικές ενδυμασίες και μ' ένα πιάτο βρασμένο καλαμπόκι όπου μέσα είχε λίγο σιτάρι για να γεννιούνται στην οικογένεια κορίτσια και αγόρια, στα δε κοπάδια αρσενικά και θηλυκά αρνιά.
Όταν τελείωνε η λειτουργία, οι γυναίκες δυο-δυο πήγαιναν έξω, κοντά στο ιερό. Η μια είχε την ποδιά απλωμένη και περίμενε το καλαμπόκι που πετούσε η άλλη λέγοντας τρεις φορές, αρσενικά αγόρια Θηλυκά αρνιά.
Εν τω μεταξύ οι κοπέλες είχαν πλέξει και κεντήσει σακουλάκια κακοφτιαγμένα και μπερδεμένα, τα γέμιζαν με στάχτη και τα κρεμούσαν κρυφά στις γυναίκες μ' ένα γαντζάκι στις πλεξούδες τους λέγοντας «Να σας δώσουμε το μπερδεμένο, να μας δώσετε το κέντημα». Φυσικά μ' αυτόν τον τρόπο ήθελαν να δείξουν πως είναι μικρές και αρχάριες στο πλέξιμο και στο κέντημα και πως μεγάλη είναι η επιθυμία τους να μάθουν ή να κλέψουν την τέχνη του πλεξίματος και του κεντήματος.
Επίσης, καθώς έφευγαν μέσα στο σκοτάδι προσπαθούσαν οι κοπέλες να κλέψουν λίγο καλαμπόκι από τα πιάτα των γυναικών που δεν είχαν στην οικογένειά τους δευτεροπαντρεμένους. Το καλαμπόκι που έκλεβαν το έβαζαν στο προσκέφαλο τους, μαζί με ένα καθρεφτάκι για να ονειρευτούν το παλικάρι που Θα παντρευτούν.

Των Αγίων Θεοδώρων (Σάββατο)

Το πρωί πηγαίνουν τα παιδιά, οι γριές και οι γέροι στη εκκλησία για να κοινωνήσουν. Γιορτάζουν οι Θεόδωροι και Θεοδώρες. Τα εδέσματα στα τραπέζια είναι νηστίσιμα.
Το μεσημέρι, οι νύφες με τη συνοδεία του πεθερού πηγαίνουν «ποσετβάτσκες» επισκέπτριες για μια βδομάδα στο σπίτι των γονιών τους. Θα στρωθεί τραπέζι προς τιμήν του πεθερού (συμπέθερου) και αφού φάει Θα φύγει. Η νύφη θα επιστρέψει την επόμενη Κυριακή, συνοδεία του πατέρα της, στον οποίο θα στρώσουν τραπέζι. Επιστρέφει Κυριακή για να μην είναι η ίδια μέρα, ώστε να γεννά αγόρια και κορίτσια.
Καθ' όλη τη διάρκεια της φιλοξενίας στο πατρικό της σπίτι, η νύφη φιλοξενείται με τραπέζι από τους συγγενείς της. Στο τέλος, οι γονείς της κάνουν κι ένα δώρο σε ανάμνηση της φιλοξενίας, ένα είδος ρουχισμού ή παντόφλες.
Στις τρεις επόμενες εβδομάδες πηγαίνουν «ποσετβάτσκες» τα κορίτσια σε άλλα χωριά, σε συγγενικά ή και φιλικά σπίτια. Πηγαίνει ο οικοδεσπότης να πάρει την κοπέλα που Θα φιλοξενήσει με τα πόδια, αν ήταν από κοντινό χωριό, ή με τα άλογα και αργότερα με το κάρο, αν ήταν μακρινό. Πηγαίνει πρωινές ώρες και, αφού τον φιλέψουν επιστρέφει στο χωριό του το απόγευμα μαζί με την κοπέλα. Η κοπέλα βάζει μέσα σε ντορβάδες τα ρούχα της που Θα χρειαστεί κατά την φιλοξενία, φιλοξενείται από τυχόν συγγενείς, και φίλους που υπάρχουν στο ξένο χωριό και της κάνουν διάφορα δώρα.
Την επόμενη Κυριακή πηγαίνει ο πατέρας της να φέρει πίσω την κόρη του, αλλά παίρνει μαζί του και την κόρη των συγγενών, εάν έχουν, θα την φιλοξενήσουν με την σειρά τους κι αυτήν.
0 πατέρας φιλοξενείται στο συγγενικό σπίτι, του κάνουν πλούσιο τραπέζι και αναχωρεί το απόγευμα για το χωριό του. Ακολουθούν οι ίδιες διαδικασίες κατά την φιλοξενία της κοπέλας και μετά από μια εβδομάδα διαμονής, επιστρέφει με πλούσια δώρα όπως ποδιές, παντόφλες, κολιέδες κ.α.
Η φιλοξενία κοριτσιών συνεχίζεται και τις επόμενες εβδομάδες μέχρι την Ε' Κυριακή των Νηστειών που την λένε «Ντι-Λάζαρα» η οποία είναι γιορτή των τσιγγάνων και των μωαμεθανών.

Μήνου Γαβριήλ

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Η γειτονιά Τσεκούρι. Κείμενο του Δημητρίου Μεκάση

Η οδός Καλλέργη κυρίως, αλλά και οι κάθετοι δρόμοι Νικολούδη και Παπασταύρου, ήταν κάποτε η γειτονιά Τσεκούρι. Εκεί τελείωνε η πόλη προς τον βορρά, και πιο πάνω στην πλαγιά του βουνού ήταν λιβάδια και διάσπαρτοι μουσουλμανικοί τάφοι.
Δεν είναι πολύ παλιά γειτονιά. Από τις προφορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι η γειτονιά αυτή κατοικήθηκε πριν το 1800, από κατοίκους της γειτονιάς Βαρόσι. Φαίνεται ότι στο Βαρόσι δεν υπήρχαν διαθέσιμα σπίτια, καθώς ο χριστιανικός πληθυσμός αυξάνονταν, με αποτέλεσμα οι τούρκοι να πουλήσουν χωράφια για να χτιστούν τα πρώτα σπίτια αυτής της νέας γειτονιάς. Το Τσεκούρι ήταν πάντα μια χριστιανική γειτονιά.
Η τούρκοι την ονόμαζαν Τσουκούρ - Μαχαλά, που σημαίνει «η γειτονιά του λάκκου». Ίσως εννοούσαν το βαθούλωμα που υπήρχε στον σημερινό χώρο της Δημοτικής Αγοράς. Το πιθανότερο όμως ήταν η ύπαρξη του μουσουλμανικού νεκροταφείου, που υπήρχε πάνω στην πλαγιά, και μάλλον με την λέξη «τσουκούρ» που σημαίνει λάκκος εννοούσαν τους λάκκους των τάφων. Υπάρχει άλλο ένα σημαντικό στοιχείο, που συνηγορεί σε αυτήν την εκδοχή. Εκεί που τελειώνει η οδός Λοχαγού Μόδη και αρχίζει ο ανηφορικός δρόμος, ανάμεσα από τα σημερινά σπίτια του Γκέσου και του Καλογήρου, υπήρχε ένα μεγάλο κομμάτι βράχου. Είχε μήκος περίπου τρία μέτρα και πλάτος ένα μέτρο, ήταν γρανίτης και είχε σχήμα παραλληλογράμμου. Ήταν σαν ένα μεγάλο στενόμακρο τραπέζι, που οι μουσουλμάνοι πίστευαν ότι είχε πέσει από τον ουρανό. Τους ιερούς αυτούς μετεωρίτες οι μουσουλμάνοι τους ονόμαζαν «μπετέλ». Πάνω σε αυτόν το βράχο οι μουσουλμάνοι τοποθετούσαν τους νεκρούς τους, τους διάβαζαν και στην συνέχεια έπαιρναν το ανηφορικό δρομάκι, που οδηγούσε στα μνήματα. Το μέρος αυτό οι χριστιανοί το ονόμαζαν «Γκορνίτσκα», όπου σήμερα βρίσκεται η οδός Γρεβενών.
Στον κατάλογο των Ενοριών της Μητροπόλεως Φλωρίνης, του έτους 1907, η ενορία αναγράφεται ως «Σολάκ - Τσεσμέ», που σημαίνει στα τούρκικα «Η βρύση του αριστερόχειρα». Κανείς όμως από τους σημερινούς κατοίκους δεν είχε ακούσει ποτέ να ονομάζεται έτσι η Ενορία τους. Κάποτε όμως ένα παλιός κάτοικος αυτής της γειτονιάς μου είχε αφηγηθεί μια ιστορία, που ίσως είναι αληθινή. Μου είχε πει πως υπήρχε μια βρύση έξω από τον φούρνο του Βασδέκη, στην σημερινή οδό Καλλέργη, κοντά στο σημερινό ακατοίκητο σπίτι του Δημάρχου Παντελή Παπαθανασίου. Την βρύση αυτή οι χριστιανοί την ονόμαζαν «'Ιζβορι», και ήταν σαν πηγαδάκι, καθώς έπρεπε κανείς να κατέβει μερικά σκαλοπατάκια για να φτάσει στον σωλήνα, που έτρεχε το νερό. Κάτω από τον σωλήνα ήταν μια γούρνα που συγκεντρωνόταν το τρεχούμενο νερό, και με πήλινους σωλήνες έρεε στον χώρο όπου σήμερα η Δημοτική Αγορά, που βρισκόταν πιο χαμηλά και σχημάτιζε λάκκο. Από αυτή την βρύση πήρε η Ενορία το όνομά της ως «Σολάκ -Τσεσμέ» και όλη η γειτονιά, ως γειτονιά το «Τσεκούρι». Πιο σωστή όμως είναι η ονομασία «Τσολάκ Τσεσμέ», που σημαίνει «η βρύση του μονόχειρα», εξαιτίας ενός φριχτού γεγονότος που συνέβη ίσως στα μέσα του 19ου αιώνα, και όξυνε το μίσος μεταξύ των χριστιανών και μουσουλμάνων. Τι συνέβη; Ένας Τούρκος με μερικά γαϊδούρια φορτωμένα με καυσόξυλα έφτασε σε αυτή την γειτονιά, και όταν συνάντησε ένα νεαρό χριστιανό τον διέταξε να έρθει μαζί του να του ξεφορτώσει τα ξύλα και με ένα τσεκούρι να τα τεμαχίσει. Τότε οι τούρκοι ήταν αφέντες και οι χριστιανοί ραγιάδες. Κατά την παράδοση ο χριστιανός έπρεπε να υπακούσει στις εντολές του Τούρκου. 0 χριστιανός όμως αρνήθηκε και ο
Τούρκος τον ξυλοκόπησε μέχρι που ο νεαρός χριστιανός έπεσε κάτω λιπόθυμος. 0 Τούρκος πήρε το τσεκούρι και του σακάτεψε το δεξί χέρι, και έτσι λιπόθυμο τον πέταξε μαζί με το τσεκούρι, μέσα στην γούρνα της βρύσης 'Ιζβορι, που βρισκόταν μπροστά από τον φούρνο του Βασδέκη. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός, οι τούρκοι πανηγύριζαν, επειδή με αυτόν τον τρόπο τιμωρούσαν τους χριστιανούς ραγιάδες που δεν ήταν υπάκουοι. Και για να Θυμούνται αυτό το γεγονός ονόμασαν την βρύση «Σολάκ - Τσεσμέ», δηλαδή την «βρύση του αριστερόχειρα», και αν προσθέσεις ένα «Τ» γίνεται «Τσολάκ-Τσεσμέ», που σημαίνει η «βρύση του μονόχειρα». Αντίθετα οι χριστιανοί για να Θυμούνται το γεγονός άλλαξαν λίγο το όνομα της γειτονιάς και από «Τσουκούρ - Μαχαλά», ονόμασαν την γειτονιά τους «Τσεκούρι» για να θυμούνται το τσεκούρι που πετάχτηκε μαζί με τον νεαρό χριστιανό στην βρύση. Η ιστορία αυτή φαίνεται αληθινή. Οι χριστιανοί όμως επέμεναν να ονομάζουν την βρύση «'Ιζβορι», ενώ οι μουσουλμάνοι «Σολάκ - Τσεσμέ». Η βρύση αυτή καταστράφηκε, όταν ο Δήμος Φλώρινας κατασκεύασε το κεντρικό υδραγωγείο.
Υπήρχε άλλη μια βρύση σε αυτή την γειτονιά, που την προτιμούσαν, επειδή το νερό της ερχόταν από το βουνό. Την βρύση αυτή την ονόμαζαν «Γραμπέλιτσα» και βρισκόταν κοντά στο σπίτι του Γκέσου, στο σημερινό σταυροδρόμι των οδών Πέλλης, Αρριανού και Ολυμπιάδος.
Στη γειτονιά Τσεκούρι, από παλιά ξεχώριζε η οικογένεια Παπαθανασίου. Πολλοί Θυμούνται τον δραστήριο Δήμαρχο Παντελή Παπαθανασίου, που μας έχει αφήσει ένα εξαιρετικό άρθρο στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αριστοτέλης», όπου αναφέρει σημαντικά γεγονότα για την κατάσταση στη Φλώρινα, στα τέλη του 19ου αιώνα. O παππούς του ήταν ιερέας, όπως και ο πατέρας του, ο Αθανάσιος Παπαθανασίου, που αργότερα έγινε αρχιμανδρίτης, και συμμετείχε στην επιτροπή, που την 6η Νοεμβρίου του 1912, από τα βουνά έφτασαν στο Αμύνταιο, όπου συνάντησαν τον ελληνικό στρατό για να τους αναγγείλουν να επιταχύνουν την προέλασή τους και να ελευθερώσουν την Φλώρινα, πριν φτάσει ο σερβικός στρατός.
Αλλά και ο Παντελής Παπαθανασίου ήταν δραστήριος άνθρωπος. Νέος ακόμη, πριν το 1912, μετά από ένα γλέντι πήρε μερικούς νεαρούς, που έπαιζαν μουσικά όργανα και πήγε έξω από το τούρκικο Δημαρχείο, όπου τραγούδησε τον ελληνικό Εθνικό Ύμνο, με την συνοδεία των μουσικών οργάνων. Η τουρκική αστυνομία τον συνέλαβε και τον έκλεισε στις φυλακές του Μοναστηρίου. Με ενέργειες όμως του Μητροπολίτη και των ελλήνων προεστών τον άφησαν ελεύθερο. Ήταν ιδρυτικό μέλος του μουσικού συλλόγου «Ορφέας», αλλά και εκδότης της εφημερίδας «ΕΜΠΡΟΣ». O Παντελής Παπαθανασίου πολιτεύτηκε με τον Φίλιππο Δραγούμη και εξελέγη βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος το 1920. Αργότερα, το 1951, εξελέγη Δήμαρχος Φλώρινας, δυο τετραετίες, μέχρι το 1959.
Μέχρι το 1924, που οικοδομήθηκε η Δημοτική Αγορά, η γειτονιά Τσεκούρι ήταν μια απομονωμένη γειτονιά στην βόρεια άκρη της πόλης, στους πρόποδες του βουνού. Μετά όμως, η γειτονιά αυτή ενώθηκε με την Δημοτική Αγορά και σχηματίστηκαν νέοι δρόμοι, που οδηγούσαν στον κεντρικό δρόμο. Το Τσεκούρι άλλαξε και αναβαθμίστηκε, καθώς η επικοινωνία με τον κέντρο ήταν πιο εύκολη.

Σε αυτή την γειτονιά κατοίκησαν πολλοί, άλλοι ως ιδιοκτήτες και άλλοι ως ενοικιαστές και είναι αδύνατο να καταγραφούν όλοι. Στην πάνω γωνία των οδών Καλλέργη και Στ. Δραγούμη ήταν τα καταστήματα οικοδομικών υλικών του Θωμά και του Περικλή Μηλώση, και οι οικίες τους. Στη συνέχεια στην οδό Καλλέργη ήταν η οικία του αυτοκινητιστή Τάκη Μαΐζη. Το αρτοποιείο του Κώτση Μπούτσιου και στο βάθος της αυλής το σπίτι του. Κάθετα είναι το δρομάκι, η σημερινή οδός Παπασταύρου Τσάμη. Ανεβαίνοντας αυτή την οδό στην δεξιά μεριά μετά τον γωνιακό φούρνο ήταν το σπίτι του γεωργού Ηλία Κάπτση. Μετά ήταν μια μικρή στενόμακρη είσοδος και στο βάθος το σπίτι των αδελφών Ευάγγελου, Πέτρου και Αθανάσιου Κλιγκάτση. Το σπίτι του Θαλή Κλιγκάτση, αρτεργάτη. Το σπίτι των περιπτεράδων Χαράλαμπου και Ιωάννη Νάτση. Το σπίτι της Ολυμπίας Δημητρίου, που ζούσε στην Αμερική, και το νοίκιαζε. Σε αυτό έμειναν πολλοί, όπως ο Λάζαρος Χάσος και άλλοι. Στην γωνία, στην οδό Αρριανού έμενε ο μπακάλης Πέτρος Χασόπουλος. Στο ίδιο σπίτι αργότερα έμενε ο Ευάγγελος Σιούτης. Στην απέναντι γωνία έμενε ο ψιλικατζής Λάζαρος Σπύρου, και κατεβαίνοντας την οδό Παπασταύρου Τσάμη, πιο κάτω έμενε ο ηλεκτρολόγος Βύρων Αποστόλου, ο δικαστικός υπάλληλος Μιχάλης Κόκκος και ο δημοσιογράφος Τηλέμαχος Κόκκος μετά ήταν το σπίτι του Λεωνίδα Γρηγορίου, το σπίτι του Παντελή Παπαδάμου, το σπίτι του Γεώργιου Αργυρόπουλου και των γιων του Ευάγγελο και Ιωάννη. 0 Ιωάννης Αργυρόπουλος ήταν φαρμακοποιός και διορίστηκε Δήμαρχος Φλώρινας, την περίοδο 1972-74. Συνεχίζοντας, πιο κάτω ήταν το σπίτι του Χρήστου Μεράκη, όπου μετά έμενε ο γαλακτοπώλης Θεόδωρος Πιτίκας, και κάτω στην γωνία το σπίτι του Κώστα Μανίκα, πράκτορα ταξιδιών. Συνεχίζοντας την οδό Καλλέργη μετά την γωνία ήταν το σπίτι και το τσαγκαράδικο του Αναστάσιου Παπακωνσταντίνου, το σπίτι του έμπορου Σταύρου Παγίνα, που υπάρχει και σήμερα, το σπίτι του σερβιτόρου Θεόδωρου Τσώνα, το σπίτι του Νικόλαου Τέρπκου, που ήταν μετανάστης στην Αμερική, το σπίτι του Ραπτόπουλου, και στην γωνία όπου κάποτε στεγαζόταν το Ταχυδρομείο ήταν το σπίτι του Χρήστου και Γεώργιου Τέρπκου, όπου αργότερα έμεναν ο καφετζής Γεώργιος Πραπαβέσης και ο αδελφός του Ευάγγελος. Ανεβαίνοντας την οδό Νικολούδη, από την δεξιά μεριά μετά την γωνία ήταν το σπίτι του μπακάλη Αναστάσιου Παπαδημητρίου. Μετά ήταν ένα αδιέξοδο στενάκι, όπου ήταν το σπίτι της Αρχόντας Γούνα, το οποίο αργότερα το αγόρασε ο ζωγράφος Φλωέλ (Γιώργος Γαζέας), όπου έμενε και ζωγράφιζε. Στο ίδιο στενάκι ήταν και το σπίτι της Φανής Γούνα. Μετά ήταν το σπίτι της Αλεξάνδρας Κολέντση, το σπίτι της νοσοκόμας Αγγέλας Χατζηϊωάννου, που υπάρχει και σήμερα, το σπίτι των κηπουρών Ηλία και Γρηγόρη Δότη, το σπίτι των ποιμένων Λάκη και Παντελή Κάπτση και στην γωνία το σπίτι του Αναστάσιου Πηλείδη. Στην απέναντι γωνία ήταν το σπίτι του αυτοκινητιστή Φίλιππου Λούλιου και κατεβαίνοντας την οδό Νικολούδη το επόμενο σπίτι ήταν του ποτοπώλη Τιμολέοντα Μποζίκα, το σπίτι του καντηλανάφτη Μιχάλη Τσιγούλη και του αδελφού του κηροπλάστη Γκόγκα Τσιγούλη, το σπίτι του Νίκου και
Αναστάση Κεραμιτζή, οι οποίοι λειτουργούσαν καζάνι για την απόσταξη του τσίπουρου στην αυλή τους, το σπίτι του κηπουρού Πέτρου Καλλίνη και στην γωνία των οδών Νικολούδη και Καλλέργη το σπίτι του Μιχάλη Καλλίνη, που είχε μαγαζί ξηρών καρπών στον πεζόδρομο και ήταν ο πρώτος που έφερε τα σάντουιτς τοστ στη Φλώρινα.
Συνεχίζοντας την οδό Καλλέργη, μετά την γωνία ήταν το σπίτι του δημοσίου υπαλλήλου Τάκη Κάικου, το σπίτι του Πέτρου Σουλτάνου, που ήταν γνωστός ως «Κιόρ-Πέτσες», και ήταν ο μεγαλύτερος περιστεράς της προπολεμικής Φλώρινας. Είχε περισσότερα από τετρακόσια περιστέρια στο κτήμα του στο Νέο Δρόμο, και από αυτόν αγόραζαν περιστέρια οι νέοι περιστεράδες τότε που πολλοί Φλωρινιώτες εκτρέφανε περιστέρια στις αυλές τους και χαιρόταν το πέταγμά τους αλλά και συμμετείχαν στο παιχνίδι των περιστεριών, δηλαδή με το δικό τους σμήνος περιστεριών, κατέβαζαν στην αυλή τους τα περιστέρια των άλλων, και τα ξένα περιστέρια γινόταν δικά τους. Στο ίδιο σπίτι έμενε και ο ράφτης Δημήτρης Σουλτάνος (Μαφίστης). Μετά ήταν το σπίτι του αείμνηστου Δημάρχου Παντελή Παπαθανασίου, το οποίο υπάρχει και σήμερα και είναι ακατοίκητο. Το διπλανό σπίτι ήταν του κηπουρού Σάββα. 'Ένα αδιέξοδο δρομάκι οδηγούσε στο σπίτι του φιλόλογου καθηγητή Δημήτρη Κάπτση, το σπίτι του Αλέκου Αλεμπάκη και το σπίτι της Δόμνας Ασίκη. Το σπίτι του μπακάλη Θεόδωρου Γούτη, ο φούρνος του Γιώμγου Βασδέκη, όπου έμενε και ο αδελφός του ελαιοχρωματιστής Κώστας Βασδέκης, το σπίτι του Σωτήρη Σκύρου, που πουλούσε λαχανικά, ψάρια και αυγά στο παζάρι, το σπίτι του Θεόδωρου Λιάμπα, το σπίτι του Μιχάλη Τσάπανου, το σπίτι του Αλέξανδρου Σιώμου, που δούλευε στα βενζινάδικα, και μετά ήταν τα σπίτια των Δημήτρη, Λάζαρου και Παντελή Μυλωνά, με κοινή αυλή, όπου μεγάλωναν δεκαέξι παιδιά και συνολικά κατοικούσαν είκοσι δύο άτομα. Μετά ήταν το σπίτι του Σπύρου Μπάγιου, που πουλούσε στους δρόμους κρεμάκια (μπεζέδες), και του αδελφού του Πέτρου που ήταν μάγειρας στο Ξενία. Το σπίτι του Ναούμη Κάπτση και του φούρναρη Νικόλαου Κάπτση, και στην γωνία των οδών καλλεργη και Λοχαγού Μόδη το σπίτι του αυτοκινητιστή Μιχαήλ Πατσούρη, που εκτελέστηκε από τους γερμανούς στην Κατοχή 'Ήταν η τελευταία εκτέλεση στην πόλη της Φλώρινας.
Στην κάτω γωνία των οδών Καλλέργη και Στεφάνου Δραγούμη, απέναντι από τον Μηλώση ήταν το χαλβαδοποιείο του Παντελή Κουγιουμτζόγλου και στον πάνω όροφο το ιατρείο του Γεωργίου Σπυρόπουλου. Το γωνιακό αυτό κτήριο υπάρχει και σήμερα. Μετά ήταν η οικία του τεχνίτη μηχανών Ευάγγελου Καραμπέτσου, το πεταλωτήριο του Ηλία, Παντελή και Νικόλαου Τούζου, με μεγάλη αυλή, η οικία του Θεόδωρου Προδάνου, που εργαζόταν ως ελεγκτής στα λεωφορεία, πάντα κεφάτος και με μοναδικά αστεία, που πολλά από αυτά και σήμερα διηγούνται οι παλαιότεροι. Μετά ήταν το σπίτι και το τσαγκαράδικο του Τασούλη
Πύρζα, εκεί έμενε και ο Δημοσθένης Πύρζας, πράκτορας ταξιδιών και στην γωνία της οδού Ταγματάρχου Ναούμ ήταν η οικία του Δημήτριου Νεστορόπουλου, που ήταν μετανάστης στην Αμερική. Στην άλλη γωνία ήταν ένα οικόπεδο του Πέτρου Καλλίνη, που αργότερα το αγόρασε ο Ευάγγελος Λιάκος και έχτισε το σημερινό σπίτι. Μετά ήταν η οικία του μανάβη Πέτρου Μποζίκα και στην γωνία της οδού Βασιλέως Φιλίππου, όπου σήμερα το καφενείο του Καλικράγα ήταν μια βρύση του Δήμου Φλώρινας και η παράγκα του Χριστόδουλου του μαχαιρά, που έφτιαχνε και ακόνιζε μαχαίρια. Στην άλλη γωνία ήταν ένα οικόπεδο και ο στάβλος του Βασίλη, όπου οι χωρικοί πλήρωναν και στάβλιζαν τα ζώα τους την ημέρα του παζαριού. Δίπλα ήταν η οικία του ταξιτζή Αναστάσιου Τσώνα, του ψιλικατζή Δημήτριου Τσώνα και του υπαλλήλου της Τραπέζης της Ελλάδος Θεόδωρου Τσώνα. Μετά ήταν το σπίτι της Ντότσας και ένα στενό δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι του Μιχάλη Μίχτη, που ήταν μπακάλης και μελισσοκόμος. Ακολουθούσε η οικία Κλεάνθη Πούρδη και του μανάβη Ευάγγελου Πούρδη και στην γωνία της οδού Λοχαγού Μόδη ο φούρνος του Πέτρου Νάση. Αργότερα ο Φούρνος αυτός νοικιάστηκε από τον Μιχαήλ Οτζάκη.
Αυτή ήταν η γειτονιά Τσεκούρι πριν η πόλη επεκταθεί προς την πλαγιά του βουνού, αλλά και πριν χτιστούν οι πολυκατοικίες. Κάποτε εκεί στους πρόποδες του βουνού τελείωνε η πόλη, μετά όμως την δεκαετία του 1920, η πόλη επεκτάθηκε και το Τσεκούρι έγινε μια κεντρική γειτονιά. Ήταν μια όμορφη γειτονιά γεμάτη μικρά σπίτια και αυλές. Όλα όμως άλλαξαν στην δεκαετία του 1970, όταν άρχισαν να χτίζονται οι τσιμεντένιες πολυκατοικίες, χωρίς γούστο και καλαισθησία. Άχαρες, ψηλές πολυκατοικίες στην θέση των μονοκατοικιών. Η γειτονιά Τσεκούρι έχασε την γραφικότητά της και έγινε μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά στο κέντρο της πόλης.

Δημήτρης Μεκάσης 12-2-2010

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Η γειτονιά "Τα καζάνια". Κείμενο Δημήτριος Μεκάσης

To κρασί και το τσίπουρο ήταν τα αγαπημένα πιοτά των χριστιανών Φλωρινιωτών. Κρασάκι και τσιπουράκι δικής τους παραγωγής, από τα αμπέλια τους, που βρισκόταν στις πλαγιές των βουνών. Κάθε οικογένεια είχε δυο έως πέντε στρέμματα αμπέλι, και από αυτό έβγαζαν το κρασί και το τσίπουρο όλης της χρονιάς.
Και μετά το πάτημα των σταφυλιών, που γινόταν στο σπίτι, σειρά είχε η παρασκευή του τσίπουρου, που γίνεται με απόσταξη, τους κρύους μήνες του χειμώνα. Η απόσταξη γινόταν στα «καζάνια», όπως έλεγαν τους αποστακτήρες, που βρισκόταν σε παράγκες, στις αυλές των σπιτιών, κάποιων που είχαν ως επάγγελμα την απόσταξη του τσίπουρου.
Και αν οι χριστιανοί απολάμβαναν το κρασί και το τσίπουρό τους, αντίθετα οι μουσουλμάνοι της Φλώρινας για θρησκευτικούς λόγους ήταν υποχρεωμένοι να τα αποφεύγουν. Παρά την απαγόρευση, από τις προφορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι οι τούρκοι έπιναν κρυφά και τσίπουρο και κρασί. Οι αυστηροί ισλαμικοί νόμοι, αλλά και αυταρχικότητα των Καδήδων (Ιεροδικαστών), ανάγκασαν τους χριστιανούς Φλωρινιώτες να έχουν όλα τα καζάνια σε μια γειτονιά, και μάλιστα χριστιανική γειτονιά, γνωστή με το όνομα «Τα Καζάνια». Εκεί λειτουργούσαν τρία ή τέσσερα καζάνια, και όλοι οι χριστιανοί Φλωρινιώτες, από όλες τις γειτονιές, τοποθετούσαν τα στέμφυλά τους σε τενεκέδες, και με κάρα τα πήγαιναν στα Καζάνια για να γίνει η απόσταξη και να πάρουν το τσίπουρο της χρονιάς.
Η γειτονιά «Τα Καζάνια» ήταν παραποτάμια γειτονιά. Ήταν η αριστερή μεριά, ακολουθώντας την ροή του ποταμού, της σημερινής Λεωφόρου Ελευθερίας, από την γέφυρα των δημοτικών σχολείων μέχρι την τελευταία γέφυρα. Η γειτονιά αυτή ήταν απέναντι από την γειτονιά του Αγίου Γεωργίου, και τις χώριζε το ποτάμι.
Μετά την απελευθέρωση του 1912, ήρθε και η ελευθερία των καζανιών. Η ελληνική Νομαρχία έδωσε νέες άδειες αποστακτήρων τσίπουρου, και μάλιστα σε όλες τις γειτονιές της Φλώρινας. Τότε άνοιξαν τα γνωστά καζάνια σε όλες τις γειτονιές, από την μια άκρη της πόλης έως την άλλη άκρη. Στη γειτονιά «Καζάνια» έκλεισαν όλα, εκτός από ένα καζάνι, του Ευάγγελου Αλεξίου. Το καζάνι αυτό ήταν το τελευταίο. Το όνομα της γειτονιάς άρχισε να ξεχνιέται και μετά την δεκαετία του 1920 κανείς δεν ανέφερε την συγκεκριμένη γειτονιά με το όνομα «Τα Καζάνια». Το όνομα αυτό ξε-χάστηκε.
Σε αυτή την γειτονιά, πριν το 1950, υπήρχαν μόνο οικίες, ένας φούρνος και ένα καζάνι. Από την πάνω γέφυρα των σχολείων, στην γωνία ήταν ο φούρνος και η οικία του Στέφανου Κιτάνη. Η οικία του μπακάλη Ιωάννη Γρούιου, και στην γωνία η οικία του τσαγκάρη Λάζαρου Γρούιου και του αδελφού του Παντελή Γρούιου. Η μικρή οδός Λυσιμάχους, και στην απέναντι γωνία η οικία του ταβερνιάρη Βύρωνα Μέλλιου. Στη συνέχεια ήταν το σπίτι του πεταλωτή Αναστάσιου Μέλλιου, του Χαράλαμπου Μέλλιου, το σπίτι του κηπουρού Θεόδωρου Μέλλιου, όπου έμεναν και τα παιδιά του Σίμος και Μήτσος Μέλλιος. Μετά ήταν ένα αδιέξοδο δρομάκι με λίγα σπίτια, όπου έμενε ο γαλακτοπώλης Αθανάσιος Κικιλίντζας, ο Ηλίας Σαμαράς και ο ταβερνιάρης Δημήτριος Γροσδούλης. Έξω από το δρομάκι, στον δρόμο ήταν ένα σπίτι που προεξείχε και έκλεινε τον μισό παραποτάμιο δρόμο. Το σπίτι αυτό παλιά ήταν μιας δασκάλας, που ονομαζόταν Ζαφειρία και αργότερα το αγόρασε κάποιος σέρβος που ονομαζόταν Ρακιγκίεφ, και στην συνέχεια αγοράστηκε από τον Δημήτριο και Παντελή Παπαϊωακείμ. Μετά ήταν η οικία του αξιωματικού Μιχαλοδημητράκη, γαμπρού του Σαμαρά, και στη συνέχεια ένα σπίτι, που νοικιαζόταν από τον Γιώργη Τέρπο. Εκεί παλαιότερα λειτουργούσε ένα καζάνι. Μετά ήταν το σπίτι του Ευάγγελου Αλεξίου, που στην αυλή του υπήρχε καζάνι απόσταξης. Αυτό ήταν και το τελευταίο ενεργό καζάνι της γειτονιάς «Τα Καζάνια». Στην γωνία ήταν το σπίτι του τεχνίτη Μιχάλη Σαμαρά, ο οποίος πρώτος έφερε την ηλεκτροκόλληση στην πόλη μας, το 1950 περίπου. Το σπίτι του Μιχάλη Σαμαρά ήταν στην γωνία της Λεωφόρου Ελευθερίας και της οδού Παύλου Ρακοβίτη, και αργότερα αγοράστηκε από τους αδελφούς Βόγλη.
Στην άλλη γωνία, στο ποτάμι, ήταν η οικία της Γενοβέφας Αλεξιάδου. Το σπίτι αυτό αργότερα το αγόρασε ο αυτοκινητιστής Δημήτριος Ρίμπας. Συνεχίζοντας τον παραποτάμιο δρόμο ήταν το σπίτι του γεωπόνου Απόστολου Μίχου, του ξυλέμπορου Ευάγγελου Μέλε, το σπίτι του Πέτρου Πέτρου (Πέτας), το σπίτι του Δέλου Σαπουντζή, που αργότερα το αγόρασε ο αυτοκινητιστής Δημήτριος Βακάλης, και μετά ήταν το σπίτι των αδελφών Νικόλαου, Ιωάννη και Παντελή Βόγλη, που ήταν κρεοπώληδες. Μετά ήταν το στενάκι όπου έμενε ο δημοτικός υπάλληλος Βασίλης Γαϊτάνης, ο εκδοροσφαγέας Βασίλειος Μοντεσνίτσας, ο οικοδόμος Αθανάσιος Γραικός, και στην γωνία Λ. Ελευθερίας και Σαρανταπόρου ήταν το σπίτι του φορτηγατζή Γεώργιου Ταβελάρη.
Αυτή ήταν η γειτονιά «Τα Καζάνια», που πήρε το όνομά της από τους αποστακτήρες τσίπουρου, καθώς οι χριστιανοί έπρεπε να βράζουν τα τσίπουρά τους σε μια συγκεκριμένη γειτονιά. Το τσίπουρο, σύμφωνα με τους ισλαμικούς νόμους ήταν ένα απαγορευμένο οινοπνευματώδες ποτό. Η παρασκευή τους έπρεπε να γίνεται μακριά από τους μουσουλμάνους, ώστε ούτε να το βλέπουν, ούτε να το μυρίζουν, ούτε να μπαίνουν στον πειρασμό να το γευτούν. Αυτοί ήταν οι λόγοι, που οι Καδήδες της Φλώρινας περιόρισαν τα καζάνια σε μια γειτονιά, και μάλιστα χριστιανική.
Το 1912 όμως όλα άλλαξαν και λειτούργησαν καζάνια σε όλες τις γειτονιές. Στην γειτονιά «Τα Καζάνια» έμεινε μόνο ένα καζάνι, του Ευάγγελου Αλεξίου, που μετά τον θάνατό του το λειτουργούσε η γυναίκα του Παρασκευή. Το καζάνι της Πάρες (Παρασκευής) ήταν το τελευταίο σε αυτή την γειτονιά.
Η ονομασία της γειτονιάς γρήγορα ξεχάστηκε, καθώς σε αυτή δεν υπήρχαν αποστακτήρες τσίπουρου, όπως κάποτε στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Πολυπόταμος, το χωριό της φράουλας

Φραουλοκαλλιέργεια στον Πολυπόταμο

Η φράουλα καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά στον Πολυπόταμο το 1938. Κατά μια εκδοχή την φράουλα την έφερε στο χωριό η Ρόμπη Ανθούλα, σύζυγος του Γεωργίου Ρόμπη, από τη Βουλγαρία. Έκρυψε οχτώ ρίζες στα ρούχα της για να τις περάσει από τα σύνορα. Σύμφωνα με μια δεύτερη εκδοχή η Ρόμπη Ανθούλα πήρε κρυφά τις φράουλες από το κτήμα Κοντόπουλου στη Φλώρινα.

Η πρώτη ποικιλία που καλλιεργήθηκε ήταν η “Μαντάμ Μουτότ”. Για αρκετά χρόνια την αποκλειστικότητα της φραουλοκαλλιέργειας στο χωριό την είχαν ο Ρόμπης Γεώργιος και ο Φιλλίπου Βέλλιος. Πολλοί κάτοικοι του χωριού, εργάζονταν στα χωράφια τους κάποιοι από τους οποίους έκλεψαν ρίζες και άρχισαν με τη σειρά τους να την καλλιεργούν στα δικά τους κτήματα.
Ο συνεταιρισμός των φραουλοκαλλιεργητών δημιουργήθηκε το 1946 ενώ από το 1955 άρχισε να λειτουργεί κανονικά. Από το 1955 και για 30 περίπου χρόνια η παραγωγή της φράουλας έφτανε τους 1600 τόνους το χρόνο. Το 1968 ο συνεταιρισμός πήρε άδεια εξαγωγής με αριθμό μητρώου 10 και πραγματοποιήθηκαν εξαγωγές φράουλας στο εξωτερικό.
Με τις εξαγωγές της φράουλας έρχονταν πολλά χρήματα στο χωριό και αυτό γινόταν για πολλά χρόνια μιας και η ποιότητα της φράουλας Πολυποτάμου ήταν άριστη λόγω του υψομέτρου και των κλιματολογικών συνθηκών της περιοχής. Μετά από κάμποσα χρόνια, η ποικιλία της “Μαντάμ Μουτότ” καταστράφηκε από την εξασθένιση των εδαφών και την μεγάλη υγρασία. Από το 1965 καλλιεργήθηκαν νέες ποικιλίες όπως η “Σουβενίρ” η “Σέγκα Σεγκάνα” η “Σέγκα Πρεγκοζάνα” και αργότερα η “Γκορέλα” που ήρθε από τη Γαλλία και τη Βουλγαρία.

Την δεκαετία του ’70 το κράτος στήριξε την καλλιέργεια της φράουλας με επιδοτήσεις και καθόριζε και τιμή ασφαλείας. Μετά το 1980 η παραγωγή άρχισε να μειώνεται σταδιακά λόγω της κατάργησης των επιδοτήσεων και της καλλιέργειας της φράουλας σε άλλα πιο ζεστά μέρη της νότιας Ελλάδας με αποτέλεσμα να υπάρχει πρόβλημα στη διάθεσή της.
Σήμερα καλλιεργούνται περίπου 10-15 στέμματα και η πώλησή της γίνεται στην αγορά της Φλώρινας.
Επιμέλεια : kparlapani
Τα στοιχεία αντλήθηκαν από την εργασία «Η Φραουλοκαλλιέργεια και η ιστορία της στον Πολυπόταμο» που εκπονήθηκε από τους μαθητές και τους δασκάλους του Δημ. σχολείου Πολυποτάμου το 1999.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

ΓΑΜΗΛΙΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΠΟΤΑΜΟ

Ο γάμος είναι ένα έθιμο από τα πιο πλούσια σε τοπικό χρώμα και χαρακτήρα. Για τα χωριά είναι το μεγαλύτερο και το πιο χαρμόσυνο γεγονός γι’ αυτό παίρνει έννοια τοπικού πανηγυρισμού που παίρνουν μέρος όλοι οι χωριανοί. Το έθιμο του γάμου είναι μια ευκαιρία για να διασκεδάσουν και να χαρούν όλοι, να ξεφύγουν από την καθημερινή τους ζωή γι’ αυτό τον οργάνωναν με το καλύτερο τρόπο για να ευχαριστηθούν όλοι οι καλεσμένοι.
Στα παλιά χρόνια οι γνωριμίες γίνονταν συνήθως στις βρύσες όπου πήγαιναν για νερό οι νέοι και οι νέες . Τα παντρολογήματα γίνονταν από τους προξενητές ή τις προξενήτρες που πήγαιναν στο σπίτι της υποψήφιας νύφης. Αν κανονιζόταν ο γάμος έπαιρνε ένα ζευγάρι παπούτσια δώρο. Πολλές φορές οι νέοι μάθαιναν στα ξαφνικά ότι τους αρραβώνιασαν με το τάδε παιδί ή το τάδε κορίτσι και δεν έφερναν καμιά αντίρρηση. Στο λόγο έδινε οι οικογένεια της νύφης στο γαμπρό ένα ζευγάρι πλεκτές κάλτσες Μετά από λίγο καιρό κάνανε επίσημο αρραβώνα ανταλλάζανε δώρα και κάνανε τραπέζι. Ο γάμος θα γινόταν μετά από τρεις και παραπάνω μήνες για να γίνουν οι ανάλογες προετοιμασίες. ετοιμάσει η τα δώρα και τη φορεσιά της. Τα υλικά για τη φορεσιά της νύφης την αγόραζε ο γαμπρός ενώ ετοίμαζε και τη δική. Η νύφη του αγόραζε το πουκάμισο.
Από τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός κοριτσιού ετοιμαζόταν οι προίκα της και κάθε βράδυ η μάνα και η γιαγιά έπλεκαν κάλτσες αντρικές και γυναικείες. Αυτές θα δίνονταν ως δώρο την μέρα του γάμου σε όλους τους καλεσμένους. Γέμιζαν τα μπαούλα με μάλλινες κάλτσες και ποδιές. Για τα αγόρια δε γινόταν καμιά ετοιμασία.

ΓΑΜΟΣ
Την Παρασκευή δέκα μέρες πριν το γάμο το σόι του γαμπρού πήγαινε να καλέσει τις ποσεστρίμες για να πάνε μετά τρεις μέρες δηλαδή την Κυριακή να καλέσουν όλο το χωριό.
Την ημέρα που τους καλούσαν, οι καλεσμένοι πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού με ένα κόσκινο που μέσα είχε σιτάρι, ή βρίζα. Εκεί στρώνανε κάτω κουρελούδες όπου πάνω τους ρίχνανε αυτά που είχανε μέσα στο κόσκινο. Οι ποσεστρίμες μαζεύανε σε τσουβάλια το σιτάρι και τη βρίζα. Στις άδειες πλέον κουρελούδες ρίχνανε καραμέλες και στραγάλια και την ρίχνανε σε ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι για να φέρουν γούρι στο νέο ζευγάρι και να κάνουν απογόνους. Τα τσουβάλια τα πηγαίνανε στο μύλο να τα αλέσουν .

Την Τρίτη βράδυ οι ποσεστρίμες οι κουλουπτσήδες και οι κοντινοί συγγενείς του γαμπρού με το αλεύρι που τους δώρισαν έπιαναν προζύμι. Μετά ο γαμπρός τους φίλευε πίττες. Μόλις τέλειωναν το φαγητό χορεύανε και με αλεύρι πασπαλίζανε το γαμπρό. Μετά ο γαμπρός πήγαινε στην αρραβωνιαστικιά του και με τη σειρά του την πασπάλιζε με αλεύρι για να κάνουν υποτίθεται άσπρα παιδιά.
Την Παρασκευή το πρωί μαζεύονταν οι ποσεστρίμες στο σπίτι του γαμπρού και ζυμώνανε τις πογάτσες για να καλέσουνε τον παπά τον κουμπάρο και δύο κουλούρες για να καλέσουν με αυτές τους παρακούμπαρους. Μετά άλλες σκούπιζαν τους δρόμους και τις αυλές ενώ άλλες πηγαίνανε στο ποτάμι και με άχυρα και πλέκανε ρογοζίνα ένα είδος ψάθας.
Το Σάββατο οι κουλουπτσήδες σφάζανε πρόβατα ή και κανένα μοσχάρι για να ετοιμάσουνε με αυτά τα φαγητά της Κυριακής.
Την Κυριακή το πρωί οι ποσεστρίμες με τους κουλουπτσήδες και τα όργανα συναντιόντουσαν στο σπίτι του γαμπρού. ξεκινούσαν από το πρωί πρωί να παίζουν χαρούμενους σκοπούς και να καλούν όλο το χωριό μοιράζοντας τσίπουρο από την στολισμένη με κορδέλες κάρτα.
Στη συνέχεια όλοι μαζί γύριζαν στο σπίτι του γαμπρού όπου χόρευαν και από εκεί πήγαιναν να πάρουν τη νύφη. Πρώτα πηγαίνανε στην αστυνομία. στο τέλος πηγαίνανε στην νύφη όπου της πήγαιναν το φόρεμα που το πρωί το είχε χορέψει μια πoσεστρίμα. Οι καβαλάρηδες είχαν στολισμένα τα άλογα με βελέντζες και πιπεριές . Όλο το σόι του γαμπρού μαζεύονταν στο σπίτι του για φαγητό . Μόλις τρώγανε έβγαινε ο γαμπρός από το σπίτι με τον κουμπάρο και ο πατέρας του γαμπρού καθόταν σε μια καρέκλα και όλο το σόι το χαιρετούσε.
Μετά πηγαίνανε με τα όργανα όλο χαρά στην νύφη. Το σόι της νύφης περίμενε στην πόρτα και δεν άφηναν κανέναν να μπει μέσα εάν δεν χτυπούσαν το αυγό που είχαν κρεμάσει στο δέντρο. Μέσα στο σπίτι της νύφης έμπαινε το σόι του γαμπρού και οι κουμπάροι. Ο κουμπάρος και παρακούμπαρος πλήρωναν τα παπούτσια.
Όταν έβγαινε η νύφη από το σπίτι της έκανε το σταυρό της και κλωτσούσε ένα ποτήρι γεμάτο με νερό και στη συνέχεια κάθονταν ο πατέρας της νύφης σε μια καρέκλα και όλο το σόι περνούσε τον χαιρετούσε και άφηνε χρήματα πάνω στην πουγάτσα.
Μόλις ξεκινούσαν για την εκκλησία έριχναν πάνω στη νύφη μια άσπρη μαντίλα και πάνω της ρίχνανε μέσα από τη σήτα ρύζι και καραμέλες.
Έξω από την εκκλησία η πεθερά έστρωνε μια κόκκινη φλοκάτη για να περάσει πρώτη η νύφη. Τρία άτομα έκαναν γύρω την πουγάτσα τρεις φορές λέγοντας « Να ζήσουν» και περνούσαν μέσα στην εκκλησία για τη στέψη. Όταν τελείωνε το μυστήριο του γάμου ξεκινούσε το μεγάλο γλέντι στην πλατεία του χωριού.
Όλο το χωριό διασκέδαζε σαν μια οικογένεια. Το βράδυ τα όργανα συνόδευαν τη νύφη και το γαμπρό στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί τους περίμενε η μητέρα του γαμπρού η οποία με μέλι έκανε ένα σταυρό στην πορτα και η νύφη έπρεπε να το καθαρίσει. Μετά της έδινε ξύλα στην αγκαλιά και ένα τορβά με ψωμί και την πήγαινε στο τζάκι όπου η νύφη άφηνε τα ξύλα. Στην συνέχεια η πεθερά ακουμπούσε την νύφη στο τζάκι. Όλο αυτό το τελετουργικό σήμαινε ότι από δω και πέρα η νύφη ήταν νοικοκυρά στο σπίτι. γλυκό του κουταλιού τη νύφη για να είναι πάντα γλυκιά. Το γλέντι συνεχιζόταν με λιγότερο κόσμο μέχρι το πρωί.
Την επόμενη Κυριακή οι γονείς της νύφης καλούσαν τους γονείς του γαμπρού για να φάνε μαζί. Το έθιμο αυτό λεγόταν πραβίτσε.

Ν.Φ., Χ.Φ., Ζ.Ε..

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΟΛΥΠΟΤΑΜΟΥ

Για πρώτα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς δεν μπορεί να γίνει λόγος για ελληνικό σχολείο γιατί και το χωριό αυτό ακολούθησε την τύχη των περισσοτέρων χωριών της Τουρκοκρατημένης Ελλάδας. Έτσι αμάθεια και σκοτάδι επικράτησε και εδώ.
Σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο βιβλίο Ιστορίας του σχολείου όπως αφηγείται ο Δήμου Βασίλειος του Γεωργίου πριν το 1870 το μόνο σχολείο που λειτουργούσε ήταν ελληνικό , « Το μόνο σχολείο που λειτουργούσε ήταν ελληνικό. Εγώ δεν πήγα στο σχολείο γιατί ο πατέρας μου από πολύ μικρό με έστειλε με τις γελάδες, μα θυμάμαι πως ο θείος μου ήξερε και να διαβάζει και να γραφεί ελληνικά και πως αυτά τα έμαθε στο σχολείο που λειτουργούσε στο χωριό (περίπου από το 1950). Το αλφάβητο ήταν ελληνικό και τα βιβλία επίσης ελληνικά. Οι Τούρκοι δεν μας πείραζαν στο ζήτημα αυτό και μπορούσε κανείς να μιλάει και να γραφεί όποια γλώσσα ήθελε. Στα χρόνια που ήμουν παιδί στο σχολείο δάσκαλος ήταν κάποιος με το όνομα Γιοβάνης από το χωριό Καμπάσνιτσα (Πρώτη) κι αργότερα όταν έφυγε αυτός, τον αντικατέστησε ένας με το όνομα Σπύρος απ’ την Κοζάνη, τον Σπύρο δε ο Παπα-Τράικος ο οποίος αργότερα έγινε παπάς του χωριού».
Ο Μήλης Γεώργιος του Ναούμ όπως καταγράφεται στο βιβλίο ιστορίας του σχολείου, λέει ότι είχε για δάσκαλό του τον Γιοβάνη απ’ την Πρώτη, ο οποίος αφού δούλεψε εδώ 5-6 χρόνια ξαναγύρισε στο χωριό του όπου χειροτονήθηκε παπάς.
Ο Μάρκου Μάρκος του Ιωάννη αναφέρει ότι θυμάται πως οι συνομήλικοί του φοιτούσαν σε σχολείο Ελληνικό και πως από τους 4 θείους του οι 2 φοίτησαν σε Ελληνικό σχολείο και γνώριζαν να γράφουν και να διαβάζουν.
Κατά πάσα πιθανότητα στο μεγαλύτερο διάστημα της Τουρκοκρατίας δεν λειτουργούσε σχολείο στο χωριό . Σχολείο ελληνικό πρέπει να λειτούργησε τον 18ο και 19ο αιώνα. Για τους δασκάλους φρόντιζε το Πατριαρχείο και ο Μητροπολίτης Καστοριάς στην δικαιοδοσία του οποίου ανήκε η εκκλησία του χωριού.
Κατά την περίοδο από το 1870 μέχρι το 1913 μετά τη συνθήκη του Λονδίνου (17 Μαρτίου 13) που αποδόθηκε η Μακεδονία και η Ήπειρος στην Ελλάδα, αρχίζει μια δραματική περίοδος ανάμεσα στους έλληνες και τους Βούλγαρους.
Παρά τους διωγμούς, το ελληνικό σχολείο λειτουργούσε κανονικά την περίοδο αυτή και όσες φορές τύχαινε να χηρέψει η θέση του διδασκάλου, μέχρι να διορισθεί νέος, χρέη δασκάλου εκτελούσε κάτοικος του χωριού από τους πιο μορφωμένους.
Το 1892 δάσκαλος του χωριού φέρεται ο Λάζαρος Παπακωνσταντίνου από τον Πολυπόταμο , ο οποίος
αφού έμαθε λίγα γράμματα στο σχολείο του χωριού και συμπλήρωσε την μόρφωσή του στο Γυμνάσιο Μοναστηρίου.
Οι δάσκαλοι διορίζονταν και πληρώνονταν από τον μητροπολίτη Καστοριάς. Δύο φορές το χρόνο φρόντιζε να επισκέπτεται και το σχολείο και να ενημερώνεται σχετικά με την πρόοδο των παιδιών.
Το 1905, σύμφωνα με τις καταγραφές που υπάρχουν στο βιβλίο ιστορίας , το σχολείο ληστεύτηκε και κάηκαν τα λίγα θρανία και έπιπλά του από τους κομιτατζήδες. Τότε σκοτώθηκαν ο Δίνης Χρήστος, Μιχαλίτσης Φίλιππος, Παππάς Μιχάλης και ο ιερέας του Χωριού Παπαγιάννης. Ο δάσκαλος του χωριού, Σωτήρης ο Καστοριανός, τρομοκρατημένος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο που βρισκόταν στην πλατεία και να το μεταφέρει στο σπίτι του Αποστόλου όπου συγκέντρωνε τους μαθητές και έκανε μάθημα πάνω σε ψάθες. Μαζί με το Σωτήρη δούλευε επίσης και η Γιαννούλα η Καστοριανή γνωστή και ως η Γιαννούλα με την καμπούρα. Δούλεψαν μαζί από το 1905 μέχρι το 1910. Από το 1910εως το 1912 δούλεψαν στο σχολείο δύο δάσκαλοι που τα ονόματά τους έχουν ξεχαστεί. Αυτά την περίοδο οι δάσκαλοι κινδύνευαν από στιγμή σε στιγμή να χάσουν τη ζωή τους όμως κατάφεραν και τα κράτησαν ανοιχτά ακόμα και στις πιο δύσκολές μέρες .
Το βουλγαρικό σχολείο που λειτούργησε από το 1910 μέχρι το 1912 διαλύθηκε και χρησιμοποιήθηκε σαν παράρτημα του ελληνικού σχολείου μιας και βρισκόταν δίπλα του.
Το 1912 πρώτη δημοδιδασκάλισσα ήταν η Δήμητρα Τέγου η οποία είχε αποφοιτήσει από το Παρθεναγωγείου Μοναστηρίου. Δούλεψε για πέντε χρόνια και την αντικατέστησαν οι επίσης απόφοιτες του Παρθεναγωγείου Μοναστηρίου, αδερφές Κοσμά Ανδρομάχη και Κοσμά Καλλιόπη. Προϊστάμενος του σχολείου ήταν ο Γιώργος ο Μοναστηριώτης. Το 1918, κατά το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η χωροφυλακή που ήταν εγκαταστημένη στο χωριό , πήρε διαταγή για την ασφάλειά της ν α μεταφερθεί στη Δροσοπηγή για την ασφάλειά της . Ο Γιώργος ο δάσκαλος θεώρησε καλό να φύγει και αυτός με τους χωροφύλακες αλλά στη Κ. Υδρούσα δολοφονήθηκε από βουλγαρίζοντες.
Το 1916 διευθυντής του σχολείου ήταν ο Ντάνης που καταγόταν από το Πισοδέρι Φλώρινας ενώ το λοιπό διδακτικό προσωπικό αποτελούσαν οι αδερφές Ελένη και Ασπασία Ρόκου. Η πρώτη έμεινε για ένα χρόνο ενώ η Ασπασία παρέμεινε με τον Ντάνη έως το 1919 οπότε ανέλαβε διευθυντής ο Πανάγος που ήταν τότε φοιτητής στο Πανεπιστήμιο .
Από το 1920έως το 1930 διευθυντής του σχολείου ήταν ο Σταυρίδης Αθανάσιος ο οποίος κατέβαλλε πολλές προσπάθειες για την οργάνωση του σχολείου και την πρόοδο των μαθητών. Μαζί του υπηρετήσαν κατά τον πρώτο χρόνο η κόρη του Αρετή , ο Γιάλης Μενέλαος , ο Γιώργος Μπιβολής και η Νηπιαγωγός Δουλγεράκη Μελπομένη.
Μετά και από δικές του προσπάθειες πραγματοποιήθηκε η ανέγερση νέου διδακτηρίου. Για να χτιστεί το σχολείο , το κράτος διέθεσε το ποσό των 1.015.000προπολεμικών δραχμών ενώ πολύ σημαντική ήταν και η προσωπική εργασία των κατοίκων.

Το 1926 τα ποτάμια του χωριού μετά από πολυήμερες βροχοπτώσεις, κατέβασαν στην πλατεία του χωριού άφθονες πέτρες και άμμο που ήσαν αρκετά για το κτίσιμο του σχολείου. Όλο το χωριό βοήθησε στην μεταφορά των υλικών και στην οικοδόμηση του σχολείου. Οι εργασίες κράτησαν δύο χρόνια και το 1928 στόλιζε το χωριό με την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπειά του. Το 1926 με απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών παραχωρήθηκε στο σχολείο ως δωρεά μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Μετά την αποπεράτωση του διδακτηρίου μετατέθηκε ο Αθ. Σταυρίδης και τη θέση του πήρε ο Κυριόπουλος που πολλά χρόνια συνυπηρετούσε μαζί του. Στο σχολείο τότε υπηρετούσαν και η Μαγειροπούλου Ευριπία Τοσοννίδου Φιλαρέτη ο Ιωακειμίδης που αργότερα αντικατέστησε τον Κυριόπουλο και οι Νηπιαγωγοί Φιλίππου Καλυψώ, Καλαούζη Ιουλία και κατόπιν η Βαφειάδου Δωροθέα.
Από το 1937 μέχρι το 1940 σα διευθυντής δούλεψε ο από τη Σκοπιά . Όταν αυτός επιστρατεύτηκε τη θέση του πήρε ο Λουλούσης Παναγιώτης ο οποίος εργάστηκε μέχρι το 1945. Τον αντικατέστησε ο Ιγνάτιος Κώνστας που υπηρέτησε έως το 1947. Το 1946 έπεσε η σκεπή του σχολείου από το πολύ χιόνι. Την ‘ίδια χρονιά κατασκευάστηκε και το μαγειρείο δίπλα στο σχολείο στη δυτική πλευρά του. Από το 1947 και για δύο ολόκληρα χρόνια, λόγω της σφοδρότητας του εμφυλίου πολέμου, το σχολείο έκλεισε και οι δάσκαλοι τοποθετήθηκαν σε άλλα χωριά.
Το φθινόπωρό του 1949 οι κάτοικοι ξαναγύρισαν στο χωριό και από τους δασκάλους πρώτος παρουσιάστηκε και ανέλαβε υπηρεσία ο Γεώργιος Καλτσούνης σε ηλικία 22 ετών. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε να τακτοποιήσει το διδακτήριο. Έφτιαξε ακόμα και μόνιμη σκηνή στις δύο συνεχόμενες αίθουσες της δυτικής πλευράς του σχολείου. Τον Μάρτιο του 1950 τοποθετήθηκε μέχρι το τέλος της χρονιάς ο Ζώνιος Στέφανος γιατί ο Καλτσούνης επιστρατεύτηκε.
Τη σχολική χρονιά 1950-51 ανέλαβε υπηρεσία ο Δάνης Πραπαβέσης ο οποίος κατέγραψε την ιστορία του σχολείου την 28η Φεβρουαρίου του 1953. Μαζί του δούλεψαν ο Δογούλης Στέφανος , η ταπάνου Καλλιρόη η Ευτυχία Καντζά ο Ζάχος Χριστόφορος και οι Νηπιαγωγοί Μουτσούλη Μαρίκα και Καραμπέτση Ευαγγελία. Την Άνοιξη του 1951 πρωτοϊδρύθηκε ο σχολικός κήπος. Ο Πραπαβέσης έμεινε στο σχολείο για τρία χρόνια.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο ιστορίας του σχολείου που κατέγραψε ο Δάνης Πραπαβέσης

Πολυποτάμος. Ανάδρομη αφήγηση για την ενορία

Η Ενορία Πολυποτάμου του ομώνυμου Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Περάσματος του Νομού Φλώρινας αριθμεί 350 περίπου κατοίκους και έχει στον γεωγραφικό της χώρο τέσσερις Ιερούς Ναούς και δυο Ναΐσκους Το πρώτο χτίσιμο ναού έχουμε περί το 1670-ανακριβής χρονολογία- (Νότια του χωριού) . Είναι ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου ο οποίος καταστράφηκε το 1970 και το 1971 χτίζεται στην ίδια θέση ακριβώς ο νέος Ναός .
Από ενθυμίσεις κατοίκων ο παλαιός Ναός ήταν κάτω από την επιφάνεια της γης και θύμιζε της πρωτοχριστιανικές κατακόμβες. Τόσο στον Α΄ όσο και στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είχε γίνει καταφύγιο των κυνηγημένων αλλά και τόπος προσευχής έτσι ώστε να σωθούν όλοι όσοι πέρασαν από εκεί όπως μας αναφέρουν οι ίδιοι που τα έζησαν.

Τίποτα όμως από τον Ναό αυτό δεν σώζεται σήμερα παρά μόνο ελάχιστες εικόνες αγιογραφημένες το 1898 οι οποίες κοσμούσαν το τέμπλο του Ναού.
Δίπλα από τον Ναό υπήρχε το καμπαναριό το οποίο ήταν πετρόχτιστο και κατέρρευσε λόγω παλαιότητας αφήνοντας μας μόνο το σημείο όπου ήταν χτισμένο.
Σήμερα ο Ναός του Αγίου Νικολάου παραμένει Ναός Κοιμητηρίων όπως άλλωστε ήταν και όπως αναφέρουν οι παλαιότεροι οι ταφές των νεκρών από τον πόλεμο γινόντουσαν πάντα νύχτα φοβούμενοι τις βόμβες που έπεφταν.
Στην Ενορία αυτή το παράδοξο είναι ότι οι τέσσερις Ναοί που υπάρχουν είναι χτισμένοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα περιφρουρώντας έτσι το χωριό με την ασφάλεια του θεού.
Το 1740-1760 χτίζεται στη Βόρεια πλευρά του χωριού ο Ναός του Αγίου Αθανασίου(όπως προκύπτει από ερωτηματολόγιο της Μητροπόλεως που έγινε σε ιερέα της ενορίας το 1967) . Ο Ναός αυτός είναι ημιυπόγειος (τουλάχιστον ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια του αυλικού χώρου) και χαρακτηριστικά γνωρίσματα του είναι ο περίφημος διάκοσμος της ξυλόγλυπτης οροφής του, ο επιβλητικός άμβωνας , το ξυλόγλυπτο τέμπλο με εικόνες που χρονολογούνται το 1845. Χρονολογία που διακρίνεται από τη χάραξη που έγινε πάνω τους.
Ο Ναός είναι χτισμένος με πέτρα, δυστυχώς όμως είναι καλυμμένη με επίχρισμα . Η σκεπή του ήταν επίσης πέτρινη αλλά λόγω της καταστροφής της σήμερα είναι με κεραμίδι . Αξίζει να αναφερθεί ότι όλοι οι Ναοί της ενορίας ήταν με πέτρινες σκεπές αλλά καμία δεν άντεξε το βάρος της με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν και να αντικαταστούν με κεραμίδι.
Με πέτρινες πλάκες επίσης ήταν και το δάπεδο , σήμερα σώζονται μόνο στο χώρο του Νάρθηκα (πρόναος).
Στην αρχική του μορφή σώζεται ανέπαφο από το χρόνο το καμπαναριό που είναι μόλις λίγα μέτρα δίπλα του Ναού.
Οι δύο αυτοί Ναοί (κοιμητηρίων) έως και τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο αποτελούσαν μέσα σε μια κοινωνική ομάδα, δύο ενορίες. Από μαρτυρίες κατοίκων γνωρίζουμε πως στο Ναό του Αγίου Αθανασίου Έλληνας ιερέας λειτουργεί μετά το 1947.
Μετά την κατοχή επικρατούσε ένα έθιμο που λόγω του ειδωλολατρικού του χαρακτήρα, εξαλείφθηκε. Στην εορτή του Αγίου (18 Ιανουαρίου ) εύπορες οικογένειες προσέφεραν ένα μοσχάρι το οποίο και έσφαζαν στην αυλή του Ναού και στην συνέχεια το βράζανε σε μεγάλα καζάνια στο τζάκι της αποθήκης το οποίο σώζεται ως σήμερα. Μετά τον εκκλησιασμό ακολουθούσε φαγοπότι τιμώντας έτσι τον Άγιο. Βέβαια, όλα αυτά γινόντουσαν και για ένα σημαντικότερο λόγω. Οι άνθρωποι τότε πεινούσαν (ας μη ξεχνάμε σε ποια περίοδο βρισκόμαστε). Σήμερα στις αναφορές που κάνουν οι κάτοικοι λένε πως οι περισσότεροι άνθρωποι τρώγανε κρέας μόνο εκείνη τη ημέρα απ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Και ο λόγος ήταν η φτώχεια.
Ο Ναός του Αγίου Αθανασίου σήμερα είναι ο παλαιότερος που υπάρχει και είναι ένα από τα πολλά ιστορικά μνημεία που έχει η χώρα μας τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως χώροι αρχαιολογικού ενδιαφέροντος οι οποίοι ανήκουν στην υπηρεσία της αρχαιολογικής εφορίας.
Στην περίοδο του 1902 και αργότερα το 1906 έχουμε δύο δολοφονίες ιερέων από τους Βούλγαρους που αξίζει να αναφέρουμε τα ονόματα τους ως μνημόνευση για όλα αυτά που προσέφεραν. Είναι Ο ιερέας Παπακωνσταντίνου Κωνσταντίνος και ο ιερέας Στόιτσης Ιωάννης γνωρίζοντας το φρικτότερο θάνατο με ακρωτηριασμούς και αναρίθμητες μαχαιριές στο σώμα τους.
Κατόπι , το 1912 στη Δυτική πλευρά του χωριού χτίζεται ο Ιερός Ναός του Αγίου Λουκά.
Ναός χτισμένος σε Βασιλικό ρυθμό και με εικόνες αγιογραφημένες με Ρωσική τεχνοτροπία. Χαρακτηριστικά και επιβλητικά ήταν τα δυο καμπαναριά που υπήρχαν (δεξιά και αριστερά του ναού) όπως και ο τρούλος που σήμερα δεν σώζονται. Κάποιοι κάτοικοι μάλιστα είχαν φωτογραφίες τον ναό στην αρχική του μορφή, τις οποίες δεν μπορούν να βρουν.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα λειτούργησε ως μοναστήρι από το μοναχό Ιγνάτιο που ήρθε από μονή του Αγίου όρους και το επάνδρωσε. Μετά τον θάνατο του τη δεκαετία του ’40 ο ναός λειτουργεί κατά την μνήμη του Αγίου και σε έκτακτες περιπτώσεις. Το κελί που υπήρχε καταστράφηκε και στη μεγάλη έκταση της αυλής ευδοκιμούσαν οπορωφόρα δέντρα που στο πέρασμα του χρόνου σάπισαν.
.
Ένα χρόνο αργότερα, το 1913 χτίζεται ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου σε κεντρικό σημείο του χωριού. Το 1927 στο χωριό δίνεται η ονομασία Πολυπόταμος και στην ουσία από εδώ και στο εξής σχηματίζεται η ενορία Πολυποτάμου με ενοριακό ναό αυτό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Χτισμένος και αυτός σε Βασιλικό ρυθμo, με βυζαντινό χαρακτήρα στις εικόνες του τέμπλου και εντυπωσιακή καλλιτεχνική διάθεση των χτιστών με λαξευμένη πέτρα.
Η ευλάβεια των κατοίκων προς τη Θεοτόκο συνδυασμένη με την πίστη τους πρόσφερε και θαύματα που δεν έχουν καταγραφεί δυστυχώς.
Χωρίς να γνωρίζουμε χρονολογία ο ναΐσκος του Αγίου Μηνά έξω από το χωριό και βορειοδυτικά ήταν και είναι για τους κατοίκους ένας αγαπητός Άγιος, εξίσου αγαπητή είναι και η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται ο Ναΐσκος. Γέροντες αναφέρουν πως σε αυτό το σημείο βρισκόταν το πρώτο χωριό –οικισμός- και γι’ αυτό το λόγo,  η τοποθεσία ονομάστηκε «Χωριουδάκι». Σήμερα ο ανακατασκευασμένος ναΐσκος σε συνδυασμό τη γραφικότητα του τοπίου , προσφέρει στον επισκέπτη ηρεμία και ψυχική γαλήνη.
Στην είσοδο του χωριού συναντάμε το ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου ο οποίος είναι ιδιόκτητος αλλά συγκαταλέγεται στην ενορία .
Η ενορία αριθμούσε 1.700 κατοίκους έως και την περίοδο του 1940. Έκτοτε ο πόλεμος οδήγησε πολλούς στην αποδημία με αποτέλεσμα σήμερα να αριθμεί μόλις 350 μόνιμους κατοίκους.
Τοπικούς ιερείς από την περίοδο του ’40 έως και το 2002 το χωριό δε γνώρισε. Το θρησκευτικό όμως συναίσθημα ήταν καλλιεργημένο, έτσι τουλάχιστον πέντε ενορίτες γίνονται μοναχοί και φεύγουν για το Άγιο Όρος . Μόνο για τους δύο γνωρίζουμε ότι προέρχονται από τα επώνυμα Σαμπαλής και Ζαραβέλης.
Ιερείς όπως ο Δρακόπουλος, Αναγνωστάκης , Ζαραβέλης , Βασιλείου , Παπαχρόνης , και Αβραμίδης εξυπηρέτησαν την ενορία περιοδικά μέχρι το 1970, κάποιοι μάλιστα από αυτούς ήταν αποσπασμένοι από τη Αθήνα κατά την περίοδο της Δικτατορίας .
Τη τριακονταετία ΄70 έως και 2002 διορίσθηκαν οι ιερείς Καντζίδης , Ανδρεόπουλος και Μπαγάσης. Από το 2002 μέχρι και σήμερα η ενορία έχει τον ενορίτη εφημέριο της.
Τελειώνοντας την αναδρομή στην ενορία Πολυποτάμου θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στη γραφικότατη τοποθεσία του χωριού , στη φυσική ομορφιά που χαρίζουν τα δάση ολόγυρα του , τα πανέμορφα και πολλά ρυάκια που σχηματίζουν το ποτάμι που διασχίζει το χωριό , τις όμορφες καμπύλες των βουνών και όλα αυτά σα μέσα σε έναν πίνακα ζωγραφικής που υπογράφεται από το χέρι του θεού για να μας το χαρίσει σε μας τους κατοίκους της ενορίας Πολυποτάμου.

Κ.Γ. Πολυπόταμος 20-01-09