Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Ο μήνας Μάρτης στη λαογραφία. Γεώργιος Μπόντας

Βγαίνει ο κακός ο μήνας. Μπαίνει ο καλός ο μήνας.
0 Φλεβάρης πάει φεύγει και το Μάρτη δεν χωνεύει. Όξω ψύλλοι, ποντικοί. Μέσα Μάρτης και χαρά και καλή νοικοκυρά. 0 καημένος ο Φλεβάρης. 0 λαός τον έκαμε άσχημο και κουτσό γαϊδουρο-καβαλάρη. Τα παιδιά τον συνοδεύουν, τον διαπομπεύουν στους δρόμους με τενεκέδες, φωνές και με τραγούδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
Όξω βρε κουτσοφλέβαρε με τα πολλά τα χιόνια.
Να ρθει' σ Μάρτης με χαρά και με τα χελιδόνια.
0 Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης. 0 μήνας των χελιδονιών και των πελαργών. 0 μήνας της βλάστησης και των πρώτων λουλουδιών, μα και ο μήνας των μεγάλων αντιθέσεων και των απότομων μεταβολών. Για το λόγο αυτό δέχτηκε τα καταιγιστικά
πυρά του λαού με απίθανα σκωπτικά κυρίως ονόματα. Βαφτίστηκε λοιπόν Κλαψομάρτης, κλάψας, Πεντάγνωμος, Γδάρτης, Παλουκοκαύτης, Ανοιξιάτης και φυτευτής. Ονομάστηκε Κλαψομάρτης και Κλάψας, γιατί με τον συνήθως βροχερό του καιρό φαίνεται πως κλαίει.
0 Μάρτης στην αρχαιότητα ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου και n πρωτομαρτιά ήταν και πρωτοχρονιά. Σαν τέτοιος, αυτός ο μήνας, έπρεπε να τιμηθεί ιδιαίτερα. Γι' αυτό και οι Ρωμαίοι του δώσανε το όνομα Μαρτίους από το Θεό Μαρς, δηλαδή Άρης, ο Θεός του πολέμου και γενάρχης των Ρωμαίων. 0 Μάρτης δεν ήταν μόνο Θεός του πολέμου, μα και των αέρηδων που φυσούσαν την Άνοιξη και βοηθούσαν τη βλάστηση της γης και των χωραφιών. Οι Αρχαίοι 'Έλληνες τον λέγανε Ελαφιβολίονα, γιατί τότε γινόταν το κυνήγι των ελαφιών στην Ελλάδα. Οι κρητικοί τον λένε πεντάγνωμο για την αστάθεια και τις απότομες μεταβολές του. H αστάθεια του είναι χαρακτηριστική. Μπορεί το πρωί να αρχίσει με ωραίες λιακάδες και ασυννέφιαστο ουρανό και ύστερα από λίγο να αρχίσει να Θυμώνει, να κατσουφιάζει και να το γυρίζει στις βροχές και στα μπουμπουνητά. Γι' αυτό και οι άνθρωποι ξέροντας αυτή την αδυναμία και την ιδιοτροπία, σου συμβουλεύουν. "Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα".
Στα παλιά χρόνια υπήρξε ένα όμορφο γραφικό έθιμο που διατηρείται και σήμερα ακόμα. Το έθιμο της κλωστής

του Μάρτη. Την παραμονή, συνήθως n γιαγιά του σπιτιού ετοιμάζει την κλωστή, κόκκινη και άσπρη. Τα παλιά χρόνια μάλιστα την στριφογύριζε και την περνούσε σε μια τρύπια δεκάρα, έκανε για όλους τους σπιτικούς, γυναίκες και μικρά παιδιά. H διαδικασία αυτή, το δέσιμο της κλωστής έχει βαθύτερο νόημα. Το άσπρο χρώμα συμβολίζει την αγνότητα και το δεσμό της οικογένειας, n δε κόκκινη συμβολίζει την αγάπη. Οι δυο μαζί κλωστές αποτελούν δεσμό και την πίστη προς τη Θρησκεία. Οικογένεια και θρησκεία είναι δυο έννοιες στενά συνδεδεμένες. Το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του
απ' τη ρωμαϊκή εποχή, μετά πέρασε στους βυζαντινού, όπου οι βυζαντινές πατρίκιες κρεμούσαν στο λαιμό
τους σκόρδο, κρεμμύδι και άλλα μικροπράγματα, καθώς και χρυσή αλυσίδα. H κλωστή του Μάρτη δένονταν
σε όλα τα μέλη της οικογένειας στους μικρότερους φυσικά.
Την κλωστή του Μάρτη την κρατούσαν εννιά μέρες. Την ενάτη την κρεμούσαν στα μπουμπουκιασμένα
κλαδιά έξω απ' το σπίτι ή σε καμιά τριανταφυλλιά του κήπου. Πίστευαν ότι από εκεί Θα την έπαιρνε ο πελαργός
και τα χελιδόνια και θα την πήγαιναν στο Θεό και ο Θεός Θα τους ανταπέδιδε αυτά που επιθυμούσαν. Έτσι τα
μικρά παιδιά περίμεναν τα δώρα τους όλο το χρόνο. Άλλοι λένε ότι την κλωστή την κρατούσαν μέχρι τις 25 Μαρτίου τη μεγάλη γιορτή, που έχει για τπ Ρωμιοσύνη διπλό χαρακτήρα, διπλή σημασία, τη θρησκευτική και την εθνική. Την ημέρα αυτή βγάζουν την κλωστή από τα χέρια τους
«τους μάρτηδες» και τους κρεμούν στα κλαριά για να τους πάρουν τα χελιδόνια. 0 λαός μας πιστεύει ακόμα
απόλυτα πως με τον ερχομό της 25ης Μαρτίου μπαίνουμε πια επίσημα στην εποχή της Άνοιξης και έρχονται και
τα πρώτα χελιδόνια. H κλωστή του Μάρτη είχε μεγάλη δύναμη και τους προφύλασσε απ' το μαύρισμα του ήλιου που καίει αυτό το μήνα παράξενα. Κι αυτό είναι
συνδεδεμένο με μια παλιά δοξασία των Βυζαντινών, ο οποίοι πίστευαν ότι n άσπρη κλωστή συμβολίζει το πρωινό φως
του ήλιου και π κόκκινη το μεσημεριάτικο ήλιο και οι δυο μαζί διώχνουν την καυτερή ηλιαχτίδα και έτσι προστατεύεται το πρόσωπο και ο λαιμός από το άρπαγμα του μαρτιάτικου ήλιου. Ακόμα n κλωστή του Μάρτη είχε τη δύναμη να τους προστατεύει και από διάφορες αρρώστιες, ειδικά από τους πυρετούς. Γύρω από την όμορφη κλωστή αυτή του Μάρτη, υπάρχουν πολλοί ωραίοι Θρύλοι. Μια παράδοση λέει τους έφτιαχναν με τέχνη και τους κρεμούσαν σε κλώνους αμυγδαλιάς ή τριανταφυλλιάς, ενώ συγχρόνως τραγουδούσαν χαρμόσυνες στροφές. Άλλη παράδοση λέει ότι βγάζανε τον «Μάρτη» όταν αντίκριζαν το πρώτο χελιδόνι και τραγουδούσαν:
Χελιδόνι μου γοργό,
που ’ρθες απ' την έρημο,
τι καλά μας έφερες ;
Την υγεία και τη χαρά
και τα κόκκινα τ' αυγά.
0 Μάρτης έχει και έναν ζεστό ήλιο, φοβερό που καίει και τσουρουφλίζει. H παράδοση λέγει, πως ο ήλιος του Μαρτίου μαυρίζει το πρόσωπο και δημιουργεί στίγματα και λεκέδες. «Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει». Οι κοπέλες λοιπόν, έπρεπε να προφυλαχθούν να μείνουν κρινόλευκες και γαλατένιες «οπόχει κόρην ακριβή του Μάρτη ο ήλιος μην την δει». Στις εννιά του Μάρτη είναι n γιορτή των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων. Στη συνείδηση του λαού μας ο αριθμός σαράντα λογαριάζεται σαν ιερός. Οι συνήθειες και οι προλήψεις την ημέρα αυτή ανήμερα δηλαδή της γιορτής παίρνουν και δίνουν όπως, λένε . Έτσι ορισμένες νοικοκυρές θα φτιάξουν τις σαραντόππιτες.. Πίττες με σαράντα φύλλα ή με σαράντα ειδών λάχανα. Κι ακόμα σαράντα τηγανίτες, σαράντα είδη φαγητά με σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια, που μοιράζονται για την «ψυχή των ζωντανών».
‘’Σαράντα να φας, σαράντα να πιεις, σαράντα να δωσ ' για την ψυχή σ’ ‘’
H αιφνίδια αλλαγή του καιρού δηλώνεται εμφατικά με διάφορα ρητά: 0 Μάρτης ως το γιόμα το ψόφησε, κι
ως το βράδυ το βρωμάει. Το γάιδαρο τον σκουληκιάζει και τον ξεσκουληκιάζει. Όλοι μήνες τρώνε κρέας κι ο Μάρτης κόκαλα. Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκάφτnς, λέγεται αυτό γιατί καίμε και τα παλούκια ακόμα, μιας και νομίζουμε πως τελείωσε ο χειμώνας και μαζί του τα ξύλα. Επειδή «ο Μάρτης δε λείπει απ' τη Σαρακοστή» γι' αυτό για κάποιον ή κάτι, που δεν το περιμένουμε αλλά έρχεται, λέμε: «λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή;»
Λέμε ακόμα για το Μάρτη: Το Μάρτη ξύλα φύλαξε, μην κάψεις τα παλούκια. Μάρτης είναι, χάδια κάνει, πότε κλαίει πότε γελάει. Όλο το Μάρτη φύλαγε, ως τις δέκα τα’ Απρίλη. Από τις εννιά του Μάρτη, είν’ η άδεια του φιδιού. Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές. Από Μάρτη καλοκαίρι, μηδ’ ο Μάρτης καλοκαίρι, μηδ’ ο Αύγουστος χειμώνας, που αν και φαινομενικά αντιφάσκουν, σημαίνουν ότι απ’ τον Μάρτη αρχίζει διαφαίνεται το καλοκαίρι και από τον
Αύγουστο ο χειμώνας, πλην όμως ούτε Μάρτης είναι το καλοκαίρι, ούτε Αύγουστος χειμώνας. Τις καλοκαιρινές αλλαγές του Μάρτη, ο λαός της Μακεδονίας, τις έκαμε παραμύθι: 0 Μάρτης είχε δύο γυναίκες. H μία είναι όλο δροσιά, χαρά και ομορφιά και n άλλη φορτωμένη μ' όλη την ασκήμια του κόσμου. Όταν βλέπει την πρώτη του γυναίκα χαμογελά και χαίρεται. Το γέλιο του το παίρνουν οι ηλιαχτίδες και το σκορπίζουν σ' όλο τον κόσμο. Όταν όμως κοιτάζει τη δεύτερη γυναίκα του σκυθρωπιάζει και Θυμώνει. Και την ανταριασμένη καρδιά του την παίρνουν τα σύννεφα και οι
βοριάδες και την κάνουν χιόνια και βροχές. Σε κάποιο άλλο παραμύθι, ο Μάρτης έχει μια και μοναδική γυναίκα. Μια πεντάμορφη κόρη που το πρόσωπό της μοιάζει με το ολοφώτεινο πρόσωπο του ήλιου. Όποιος την δει μαγεύεται. Όμως n καημένη είναι κουτσή. Όταν ο Μάρτης την κοιτά καθιστή χαίρεται και n καρδιά του γεμίζει ευτυχία. Όταν την βλέπει όρθια να κουτσαίνει γεμίζει λύπη και πόνο και συννεφιά. Υπάρχουν και διάφορες άλλες παραδόσεις που τις αναφέρω παρακάτω: Οι μήνες αποφάσισαν μια μέρα να βρουν ο καθένας και από μια γυναίκα για να μην είναι έτσι
έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι έβαλαν προξενητάδες και ο καθένας βρήκε την δικιά του. 0 Μάρτης όμως γελάστηκε και πήρε μια χανούμισσα. Είχε μάθει πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες και γι' αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα . Το τι έγινε, όμως το βράδυ δεν περιγράφεται. H Τουρκάλα ήταν πάρα πολύ άσχημη και ο Μάρτης μόλις εκείνη έβγαλε το γιασεμάκι, σηκώθηκε και έφυγε. H άλλη παράδοση λέει τα εξής: Κάποτε οι 12 μήνες αγόρασαν ένα γεμάτο βαρέλι γεμάτο κρασί με 12 κάνουλες, μια για τον καθένα, κάθετα τοποθετημένες. Τότε ο Μάρτης επειδή ήταν γερός και πονηρός όπως φάνηκε στο τέλος ζήτησε να του επιτρέψουν να χρησιμοποιεί την πρώτη από κάτω κάνουλα, πράγμα που έγινε. 0 Μάρτης κάθε μέρα πήγαινε σαν κύριος στο βαρέλι, άνοιγε την κάνουλά του και έπινε το κρασάκι. Οι άλλοι μήνες καθυστέρησαν λίγο να αρχίσουν το κρασί. Όταν κάποτε πήγαν στο βαρέλι να πιουν και αυτοί, είδαν με έκπληξη ότι καμιά κάνουλα δεν έτρεχε κρασί. Σαν αίτιο Θεώρησαν το Μάρτη και τον ρωτούσαν: «Μάρτη, γιατί μας ήπιες το κρασί;» Δεν σας το ήπια εγώ απαντούσε αυτός. Εγώ έπινα απ’ τη δική μου κάνουλα . Οι δικές σας είναι σφραγισμένες. Οι κουτοί μήνες επιτέλους κατάλαβαν την πονηριά του Μάρτη και αποφάσισαν να τον δικάσουν. Όταν του 'λεγαν πως θα τον δικάσουν και Θα τον τιμωρήσουν, αυτός στενοχωριόταν και τότε ο καιρός γινόταν «λίαν νεφελώδης μετά βροχών και καταιγίδων ...» Όταν όμως οι άλλοι δεν του μιλούσαν σχετικά με το θέμα αυτό, αυτός χαμογελούσε ικανοποιημένος και τότε ο καιρός γινόταν «αίθριος» και ανέβαινε n Θερμοκρασία. Οι τελευταίες μέρες του Μάρτη λέγονται «τ'ς Μπάμπους οι μέρες» γιατί μια γριά τσομπάνισσα ξεγέννησε τις προβατίνες της μέχρι τις 30 του μήνα με καλοκαιρία και νομίζοντας ότι ξεγέλασε τον Μάρτη, που είχε τότε 30 μέρες, αφού δεν έπαθαν τίποτα τα αρνάκια της, τον κορόιδευε. Όμως ο Μάρτης Θύμωσε για την προσβολή της γριάς και έκλεψε μια μέρα απ’ τον Φλεβάρη (που έμεινε κουτσός) για να την εκδικηθεί. H 31η λοιπόν του Μάρτη ήταν σωστή θεομηνία. Χιονοθύελλες και παγωνιές σάρωσαν τη φτωχή γριά, την μπάμπω και δεν έμεινε ούτε πρόβατο ούτε προβατίνα. Πέρα από τα ήθη και τα έθιμα ο λαός έθεσε τον Μάρτη στα τραγούδι του, στους έρωτές του, στα κατορθώματά του, στη λεβεντιά του.
Π" ανάθεμά σε Παχνιστή Γενάρη και Φλεβάρη.
Και συ Μαρτούλη Θλιβερέ που κάνεις
το χειμώνα.
Δεν σκέφτεσαι την κλεφτουριά και τα παλικαράκια.
Τα γέλασες, τα πλάνεψες με τον λαμπρό τον ήλιο,
και βγήκαν πάνω στα βουνά στους πάγους και στα χιόνια...
Το Μάρτη να μην χαίρεστε και βγάνετε τις κάπες
Πότε γελάει και ξαστερών και πότε
ανταριάζει.

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

Στον Παπαγιάννη διατηρούνται μερικά έθιμα κατά την περίοδο της Σαρακοστής .
Καθαρή Δευτέρα


Την Καθαρή Δευτέρα καθαρίζουν το σπίτι, ζεσταίνουν μέσα σε καζάνια νερό και πλένουν ρούχα, κουβέρτες και στρωσίδια. Καθαρίζουν καλά τα οικιακά σκεύη, κατσαρόλες, τηγάνια τρίβοντας τα με στάχτη ώστε να μη μείνει λίγδα.
Τρώνε νηστίσιμα και το μεσημέρι βάζουν στο τραπέζι κρασί και μ' αυτό πλένουν το πρόσωπο για να μην τους τσιμπάνε κουνούπια. Περνούν είκοσι κεφάλια από ψάρια σε κλωστή (αρμαθιά), τα ξεραίνουν και τα έχουν για το μάτιασμα.
Όλη τη βδομάδα οι περισσότεροι νηστεύουν, δεν τρώνε ούτε λαδερά, και συνεχίζουν μερικοί να νηστεύουν και όλη τη Σαρακοστή, συνήθως οι γυναίκες.
Αρκετοί νέοι νήστευαν τρεις μέρες («τριήμηρ»), όπως το λέγαν, περισσότερο οι κοπέλες και λιγότερο τα αγόρια. Μαζεύονταν τρεις κοπέλες «τριμήρκες»» σ' ένα σπίτι και νήστευαν ξαπλώνοντας για να μη χάνουν τις δυνάμεις τους. Τη Δευτέρα, πρώτη μέρα νηστείας, όταν χτυπούσε η καμπάνα το απόγευμα έτρωγαν μισή λειτουριά (πρόσφορο) και οι γονείς τους ψώνιζαν διάφορα νηστίσιμα εδέσματα όπως καρύδια και φρούτα, τους έφτιαχναν φασόλια χωρίς λάδι (τρέαν), πιτουλίτσες, κομπόστες με κορόμηλα, αχλάδια, μήλα και σύκα.
Την Τετάρτη οι «τριμήρκες» πήγαιναν με τους γονείς τους στην εκκλησία. Οι μητέρες τους κουβαλούσαν μέσα σε «τάμπλες» (καλάθες) τα εδέσματα. Οι κοπέλες, αφού έπαιρναν τον αγιασμό από τον παπά, έβγαιναν έξω και γινόταν ανταλλαγή των εδεσμάτων.
Την Παρασκευή, στους Α' Χαιρετισμούς οι κοπέλες και οι νύφες ντυμένες με τις τοπικές ενδυμασίες και μ' ένα πιάτο βρασμένο καλαμπόκι όπου μέσα είχε λίγο σιτάρι για να γεννιούνται στην οικογένεια κορίτσια και αγόρια, στα δε κοπάδια αρσενικά και θηλυκά αρνιά.
Όταν τελείωνε η λειτουργία, οι γυναίκες δυο-δυο πήγαιναν έξω, κοντά στο ιερό. Η μια είχε την ποδιά απλωμένη και περίμενε το καλαμπόκι που πετούσε η άλλη λέγοντας τρεις φορές, αρσενικά αγόρια Θηλυκά αρνιά.
Εν τω μεταξύ οι κοπέλες είχαν πλέξει και κεντήσει σακουλάκια κακοφτιαγμένα και μπερδεμένα, τα γέμιζαν με στάχτη και τα κρεμούσαν κρυφά στις γυναίκες μ' ένα γαντζάκι στις πλεξούδες τους λέγοντας «Να σας δώσουμε το μπερδεμένο, να μας δώσετε το κέντημα». Φυσικά μ' αυτόν τον τρόπο ήθελαν να δείξουν πως είναι μικρές και αρχάριες στο πλέξιμο και στο κέντημα και πως μεγάλη είναι η επιθυμία τους να μάθουν ή να κλέψουν την τέχνη του πλεξίματος και του κεντήματος.
Επίσης, καθώς έφευγαν μέσα στο σκοτάδι προσπαθούσαν οι κοπέλες να κλέψουν λίγο καλαμπόκι από τα πιάτα των γυναικών που δεν είχαν στην οικογένειά τους δευτεροπαντρεμένους. Το καλαμπόκι που έκλεβαν το έβαζαν στο προσκέφαλο τους, μαζί με ένα καθρεφτάκι για να ονειρευτούν το παλικάρι που Θα παντρευτούν.

Των Αγίων Θεοδώρων (Σάββατο)

Το πρωί πηγαίνουν τα παιδιά, οι γριές και οι γέροι στη εκκλησία για να κοινωνήσουν. Γιορτάζουν οι Θεόδωροι και Θεοδώρες. Τα εδέσματα στα τραπέζια είναι νηστίσιμα.
Το μεσημέρι, οι νύφες με τη συνοδεία του πεθερού πηγαίνουν «ποσετβάτσκες» επισκέπτριες για μια βδομάδα στο σπίτι των γονιών τους. Θα στρωθεί τραπέζι προς τιμήν του πεθερού (συμπέθερου) και αφού φάει Θα φύγει. Η νύφη θα επιστρέψει την επόμενη Κυριακή, συνοδεία του πατέρα της, στον οποίο θα στρώσουν τραπέζι. Επιστρέφει Κυριακή για να μην είναι η ίδια μέρα, ώστε να γεννά αγόρια και κορίτσια.
Καθ' όλη τη διάρκεια της φιλοξενίας στο πατρικό της σπίτι, η νύφη φιλοξενείται με τραπέζι από τους συγγενείς της. Στο τέλος, οι γονείς της κάνουν κι ένα δώρο σε ανάμνηση της φιλοξενίας, ένα είδος ρουχισμού ή παντόφλες.
Στις τρεις επόμενες εβδομάδες πηγαίνουν «ποσετβάτσκες» τα κορίτσια σε άλλα χωριά, σε συγγενικά ή και φιλικά σπίτια. Πηγαίνει ο οικοδεσπότης να πάρει την κοπέλα που Θα φιλοξενήσει με τα πόδια, αν ήταν από κοντινό χωριό, ή με τα άλογα και αργότερα με το κάρο, αν ήταν μακρινό. Πηγαίνει πρωινές ώρες και, αφού τον φιλέψουν επιστρέφει στο χωριό του το απόγευμα μαζί με την κοπέλα. Η κοπέλα βάζει μέσα σε ντορβάδες τα ρούχα της που Θα χρειαστεί κατά την φιλοξενία, φιλοξενείται από τυχόν συγγενείς, και φίλους που υπάρχουν στο ξένο χωριό και της κάνουν διάφορα δώρα.
Την επόμενη Κυριακή πηγαίνει ο πατέρας της να φέρει πίσω την κόρη του, αλλά παίρνει μαζί του και την κόρη των συγγενών, εάν έχουν, θα την φιλοξενήσουν με την σειρά τους κι αυτήν.
0 πατέρας φιλοξενείται στο συγγενικό σπίτι, του κάνουν πλούσιο τραπέζι και αναχωρεί το απόγευμα για το χωριό του. Ακολουθούν οι ίδιες διαδικασίες κατά την φιλοξενία της κοπέλας και μετά από μια εβδομάδα διαμονής, επιστρέφει με πλούσια δώρα όπως ποδιές, παντόφλες, κολιέδες κ.α.
Η φιλοξενία κοριτσιών συνεχίζεται και τις επόμενες εβδομάδες μέχρι την Ε' Κυριακή των Νηστειών που την λένε «Ντι-Λάζαρα» η οποία είναι γιορτή των τσιγγάνων και των μωαμεθανών.

Μήνου Γαβριήλ

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Η γειτονιά Τσεκούρι. Κείμενο του Δημητρίου Μεκάση

Η οδός Καλλέργη κυρίως, αλλά και οι κάθετοι δρόμοι Νικολούδη και Παπασταύρου, ήταν κάποτε η γειτονιά Τσεκούρι. Εκεί τελείωνε η πόλη προς τον βορρά, και πιο πάνω στην πλαγιά του βουνού ήταν λιβάδια και διάσπαρτοι μουσουλμανικοί τάφοι.
Δεν είναι πολύ παλιά γειτονιά. Από τις προφορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι η γειτονιά αυτή κατοικήθηκε πριν το 1800, από κατοίκους της γειτονιάς Βαρόσι. Φαίνεται ότι στο Βαρόσι δεν υπήρχαν διαθέσιμα σπίτια, καθώς ο χριστιανικός πληθυσμός αυξάνονταν, με αποτέλεσμα οι τούρκοι να πουλήσουν χωράφια για να χτιστούν τα πρώτα σπίτια αυτής της νέας γειτονιάς. Το Τσεκούρι ήταν πάντα μια χριστιανική γειτονιά.
Η τούρκοι την ονόμαζαν Τσουκούρ - Μαχαλά, που σημαίνει «η γειτονιά του λάκκου». Ίσως εννοούσαν το βαθούλωμα που υπήρχε στον σημερινό χώρο της Δημοτικής Αγοράς. Το πιθανότερο όμως ήταν η ύπαρξη του μουσουλμανικού νεκροταφείου, που υπήρχε πάνω στην πλαγιά, και μάλλον με την λέξη «τσουκούρ» που σημαίνει λάκκος εννοούσαν τους λάκκους των τάφων. Υπάρχει άλλο ένα σημαντικό στοιχείο, που συνηγορεί σε αυτήν την εκδοχή. Εκεί που τελειώνει η οδός Λοχαγού Μόδη και αρχίζει ο ανηφορικός δρόμος, ανάμεσα από τα σημερινά σπίτια του Γκέσου και του Καλογήρου, υπήρχε ένα μεγάλο κομμάτι βράχου. Είχε μήκος περίπου τρία μέτρα και πλάτος ένα μέτρο, ήταν γρανίτης και είχε σχήμα παραλληλογράμμου. Ήταν σαν ένα μεγάλο στενόμακρο τραπέζι, που οι μουσουλμάνοι πίστευαν ότι είχε πέσει από τον ουρανό. Τους ιερούς αυτούς μετεωρίτες οι μουσουλμάνοι τους ονόμαζαν «μπετέλ». Πάνω σε αυτόν το βράχο οι μουσουλμάνοι τοποθετούσαν τους νεκρούς τους, τους διάβαζαν και στην συνέχεια έπαιρναν το ανηφορικό δρομάκι, που οδηγούσε στα μνήματα. Το μέρος αυτό οι χριστιανοί το ονόμαζαν «Γκορνίτσκα», όπου σήμερα βρίσκεται η οδός Γρεβενών.
Στον κατάλογο των Ενοριών της Μητροπόλεως Φλωρίνης, του έτους 1907, η ενορία αναγράφεται ως «Σολάκ - Τσεσμέ», που σημαίνει στα τούρκικα «Η βρύση του αριστερόχειρα». Κανείς όμως από τους σημερινούς κατοίκους δεν είχε ακούσει ποτέ να ονομάζεται έτσι η Ενορία τους. Κάποτε όμως ένα παλιός κάτοικος αυτής της γειτονιάς μου είχε αφηγηθεί μια ιστορία, που ίσως είναι αληθινή. Μου είχε πει πως υπήρχε μια βρύση έξω από τον φούρνο του Βασδέκη, στην σημερινή οδό Καλλέργη, κοντά στο σημερινό ακατοίκητο σπίτι του Δημάρχου Παντελή Παπαθανασίου. Την βρύση αυτή οι χριστιανοί την ονόμαζαν «'Ιζβορι», και ήταν σαν πηγαδάκι, καθώς έπρεπε κανείς να κατέβει μερικά σκαλοπατάκια για να φτάσει στον σωλήνα, που έτρεχε το νερό. Κάτω από τον σωλήνα ήταν μια γούρνα που συγκεντρωνόταν το τρεχούμενο νερό, και με πήλινους σωλήνες έρεε στον χώρο όπου σήμερα η Δημοτική Αγορά, που βρισκόταν πιο χαμηλά και σχημάτιζε λάκκο. Από αυτή την βρύση πήρε η Ενορία το όνομά της ως «Σολάκ -Τσεσμέ» και όλη η γειτονιά, ως γειτονιά το «Τσεκούρι». Πιο σωστή όμως είναι η ονομασία «Τσολάκ Τσεσμέ», που σημαίνει «η βρύση του μονόχειρα», εξαιτίας ενός φριχτού γεγονότος που συνέβη ίσως στα μέσα του 19ου αιώνα, και όξυνε το μίσος μεταξύ των χριστιανών και μουσουλμάνων. Τι συνέβη; Ένας Τούρκος με μερικά γαϊδούρια φορτωμένα με καυσόξυλα έφτασε σε αυτή την γειτονιά, και όταν συνάντησε ένα νεαρό χριστιανό τον διέταξε να έρθει μαζί του να του ξεφορτώσει τα ξύλα και με ένα τσεκούρι να τα τεμαχίσει. Τότε οι τούρκοι ήταν αφέντες και οι χριστιανοί ραγιάδες. Κατά την παράδοση ο χριστιανός έπρεπε να υπακούσει στις εντολές του Τούρκου. 0 χριστιανός όμως αρνήθηκε και ο
Τούρκος τον ξυλοκόπησε μέχρι που ο νεαρός χριστιανός έπεσε κάτω λιπόθυμος. 0 Τούρκος πήρε το τσεκούρι και του σακάτεψε το δεξί χέρι, και έτσι λιπόθυμο τον πέταξε μαζί με το τσεκούρι, μέσα στην γούρνα της βρύσης 'Ιζβορι, που βρισκόταν μπροστά από τον φούρνο του Βασδέκη. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός, οι τούρκοι πανηγύριζαν, επειδή με αυτόν τον τρόπο τιμωρούσαν τους χριστιανούς ραγιάδες που δεν ήταν υπάκουοι. Και για να Θυμούνται αυτό το γεγονός ονόμασαν την βρύση «Σολάκ - Τσεσμέ», δηλαδή την «βρύση του αριστερόχειρα», και αν προσθέσεις ένα «Τ» γίνεται «Τσολάκ-Τσεσμέ», που σημαίνει η «βρύση του μονόχειρα». Αντίθετα οι χριστιανοί για να Θυμούνται το γεγονός άλλαξαν λίγο το όνομα της γειτονιάς και από «Τσουκούρ - Μαχαλά», ονόμασαν την γειτονιά τους «Τσεκούρι» για να θυμούνται το τσεκούρι που πετάχτηκε μαζί με τον νεαρό χριστιανό στην βρύση. Η ιστορία αυτή φαίνεται αληθινή. Οι χριστιανοί όμως επέμεναν να ονομάζουν την βρύση «'Ιζβορι», ενώ οι μουσουλμάνοι «Σολάκ - Τσεσμέ». Η βρύση αυτή καταστράφηκε, όταν ο Δήμος Φλώρινας κατασκεύασε το κεντρικό υδραγωγείο.
Υπήρχε άλλη μια βρύση σε αυτή την γειτονιά, που την προτιμούσαν, επειδή το νερό της ερχόταν από το βουνό. Την βρύση αυτή την ονόμαζαν «Γραμπέλιτσα» και βρισκόταν κοντά στο σπίτι του Γκέσου, στο σημερινό σταυροδρόμι των οδών Πέλλης, Αρριανού και Ολυμπιάδος.
Στη γειτονιά Τσεκούρι, από παλιά ξεχώριζε η οικογένεια Παπαθανασίου. Πολλοί Θυμούνται τον δραστήριο Δήμαρχο Παντελή Παπαθανασίου, που μας έχει αφήσει ένα εξαιρετικό άρθρο στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αριστοτέλης», όπου αναφέρει σημαντικά γεγονότα για την κατάσταση στη Φλώρινα, στα τέλη του 19ου αιώνα. O παππούς του ήταν ιερέας, όπως και ο πατέρας του, ο Αθανάσιος Παπαθανασίου, που αργότερα έγινε αρχιμανδρίτης, και συμμετείχε στην επιτροπή, που την 6η Νοεμβρίου του 1912, από τα βουνά έφτασαν στο Αμύνταιο, όπου συνάντησαν τον ελληνικό στρατό για να τους αναγγείλουν να επιταχύνουν την προέλασή τους και να ελευθερώσουν την Φλώρινα, πριν φτάσει ο σερβικός στρατός.
Αλλά και ο Παντελής Παπαθανασίου ήταν δραστήριος άνθρωπος. Νέος ακόμη, πριν το 1912, μετά από ένα γλέντι πήρε μερικούς νεαρούς, που έπαιζαν μουσικά όργανα και πήγε έξω από το τούρκικο Δημαρχείο, όπου τραγούδησε τον ελληνικό Εθνικό Ύμνο, με την συνοδεία των μουσικών οργάνων. Η τουρκική αστυνομία τον συνέλαβε και τον έκλεισε στις φυλακές του Μοναστηρίου. Με ενέργειες όμως του Μητροπολίτη και των ελλήνων προεστών τον άφησαν ελεύθερο. Ήταν ιδρυτικό μέλος του μουσικού συλλόγου «Ορφέας», αλλά και εκδότης της εφημερίδας «ΕΜΠΡΟΣ». O Παντελής Παπαθανασίου πολιτεύτηκε με τον Φίλιππο Δραγούμη και εξελέγη βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος το 1920. Αργότερα, το 1951, εξελέγη Δήμαρχος Φλώρινας, δυο τετραετίες, μέχρι το 1959.
Μέχρι το 1924, που οικοδομήθηκε η Δημοτική Αγορά, η γειτονιά Τσεκούρι ήταν μια απομονωμένη γειτονιά στην βόρεια άκρη της πόλης, στους πρόποδες του βουνού. Μετά όμως, η γειτονιά αυτή ενώθηκε με την Δημοτική Αγορά και σχηματίστηκαν νέοι δρόμοι, που οδηγούσαν στον κεντρικό δρόμο. Το Τσεκούρι άλλαξε και αναβαθμίστηκε, καθώς η επικοινωνία με τον κέντρο ήταν πιο εύκολη.

Σε αυτή την γειτονιά κατοίκησαν πολλοί, άλλοι ως ιδιοκτήτες και άλλοι ως ενοικιαστές και είναι αδύνατο να καταγραφούν όλοι. Στην πάνω γωνία των οδών Καλλέργη και Στ. Δραγούμη ήταν τα καταστήματα οικοδομικών υλικών του Θωμά και του Περικλή Μηλώση, και οι οικίες τους. Στη συνέχεια στην οδό Καλλέργη ήταν η οικία του αυτοκινητιστή Τάκη Μαΐζη. Το αρτοποιείο του Κώτση Μπούτσιου και στο βάθος της αυλής το σπίτι του. Κάθετα είναι το δρομάκι, η σημερινή οδός Παπασταύρου Τσάμη. Ανεβαίνοντας αυτή την οδό στην δεξιά μεριά μετά τον γωνιακό φούρνο ήταν το σπίτι του γεωργού Ηλία Κάπτση. Μετά ήταν μια μικρή στενόμακρη είσοδος και στο βάθος το σπίτι των αδελφών Ευάγγελου, Πέτρου και Αθανάσιου Κλιγκάτση. Το σπίτι του Θαλή Κλιγκάτση, αρτεργάτη. Το σπίτι των περιπτεράδων Χαράλαμπου και Ιωάννη Νάτση. Το σπίτι της Ολυμπίας Δημητρίου, που ζούσε στην Αμερική, και το νοίκιαζε. Σε αυτό έμειναν πολλοί, όπως ο Λάζαρος Χάσος και άλλοι. Στην γωνία, στην οδό Αρριανού έμενε ο μπακάλης Πέτρος Χασόπουλος. Στο ίδιο σπίτι αργότερα έμενε ο Ευάγγελος Σιούτης. Στην απέναντι γωνία έμενε ο ψιλικατζής Λάζαρος Σπύρου, και κατεβαίνοντας την οδό Παπασταύρου Τσάμη, πιο κάτω έμενε ο ηλεκτρολόγος Βύρων Αποστόλου, ο δικαστικός υπάλληλος Μιχάλης Κόκκος και ο δημοσιογράφος Τηλέμαχος Κόκκος μετά ήταν το σπίτι του Λεωνίδα Γρηγορίου, το σπίτι του Παντελή Παπαδάμου, το σπίτι του Γεώργιου Αργυρόπουλου και των γιων του Ευάγγελο και Ιωάννη. 0 Ιωάννης Αργυρόπουλος ήταν φαρμακοποιός και διορίστηκε Δήμαρχος Φλώρινας, την περίοδο 1972-74. Συνεχίζοντας, πιο κάτω ήταν το σπίτι του Χρήστου Μεράκη, όπου μετά έμενε ο γαλακτοπώλης Θεόδωρος Πιτίκας, και κάτω στην γωνία το σπίτι του Κώστα Μανίκα, πράκτορα ταξιδιών. Συνεχίζοντας την οδό Καλλέργη μετά την γωνία ήταν το σπίτι και το τσαγκαράδικο του Αναστάσιου Παπακωνσταντίνου, το σπίτι του έμπορου Σταύρου Παγίνα, που υπάρχει και σήμερα, το σπίτι του σερβιτόρου Θεόδωρου Τσώνα, το σπίτι του Νικόλαου Τέρπκου, που ήταν μετανάστης στην Αμερική, το σπίτι του Ραπτόπουλου, και στην γωνία όπου κάποτε στεγαζόταν το Ταχυδρομείο ήταν το σπίτι του Χρήστου και Γεώργιου Τέρπκου, όπου αργότερα έμεναν ο καφετζής Γεώργιος Πραπαβέσης και ο αδελφός του Ευάγγελος. Ανεβαίνοντας την οδό Νικολούδη, από την δεξιά μεριά μετά την γωνία ήταν το σπίτι του μπακάλη Αναστάσιου Παπαδημητρίου. Μετά ήταν ένα αδιέξοδο στενάκι, όπου ήταν το σπίτι της Αρχόντας Γούνα, το οποίο αργότερα το αγόρασε ο ζωγράφος Φλωέλ (Γιώργος Γαζέας), όπου έμενε και ζωγράφιζε. Στο ίδιο στενάκι ήταν και το σπίτι της Φανής Γούνα. Μετά ήταν το σπίτι της Αλεξάνδρας Κολέντση, το σπίτι της νοσοκόμας Αγγέλας Χατζηϊωάννου, που υπάρχει και σήμερα, το σπίτι των κηπουρών Ηλία και Γρηγόρη Δότη, το σπίτι των ποιμένων Λάκη και Παντελή Κάπτση και στην γωνία το σπίτι του Αναστάσιου Πηλείδη. Στην απέναντι γωνία ήταν το σπίτι του αυτοκινητιστή Φίλιππου Λούλιου και κατεβαίνοντας την οδό Νικολούδη το επόμενο σπίτι ήταν του ποτοπώλη Τιμολέοντα Μποζίκα, το σπίτι του καντηλανάφτη Μιχάλη Τσιγούλη και του αδελφού του κηροπλάστη Γκόγκα Τσιγούλη, το σπίτι του Νίκου και
Αναστάση Κεραμιτζή, οι οποίοι λειτουργούσαν καζάνι για την απόσταξη του τσίπουρου στην αυλή τους, το σπίτι του κηπουρού Πέτρου Καλλίνη και στην γωνία των οδών Νικολούδη και Καλλέργη το σπίτι του Μιχάλη Καλλίνη, που είχε μαγαζί ξηρών καρπών στον πεζόδρομο και ήταν ο πρώτος που έφερε τα σάντουιτς τοστ στη Φλώρινα.
Συνεχίζοντας την οδό Καλλέργη, μετά την γωνία ήταν το σπίτι του δημοσίου υπαλλήλου Τάκη Κάικου, το σπίτι του Πέτρου Σουλτάνου, που ήταν γνωστός ως «Κιόρ-Πέτσες», και ήταν ο μεγαλύτερος περιστεράς της προπολεμικής Φλώρινας. Είχε περισσότερα από τετρακόσια περιστέρια στο κτήμα του στο Νέο Δρόμο, και από αυτόν αγόραζαν περιστέρια οι νέοι περιστεράδες τότε που πολλοί Φλωρινιώτες εκτρέφανε περιστέρια στις αυλές τους και χαιρόταν το πέταγμά τους αλλά και συμμετείχαν στο παιχνίδι των περιστεριών, δηλαδή με το δικό τους σμήνος περιστεριών, κατέβαζαν στην αυλή τους τα περιστέρια των άλλων, και τα ξένα περιστέρια γινόταν δικά τους. Στο ίδιο σπίτι έμενε και ο ράφτης Δημήτρης Σουλτάνος (Μαφίστης). Μετά ήταν το σπίτι του αείμνηστου Δημάρχου Παντελή Παπαθανασίου, το οποίο υπάρχει και σήμερα και είναι ακατοίκητο. Το διπλανό σπίτι ήταν του κηπουρού Σάββα. 'Ένα αδιέξοδο δρομάκι οδηγούσε στο σπίτι του φιλόλογου καθηγητή Δημήτρη Κάπτση, το σπίτι του Αλέκου Αλεμπάκη και το σπίτι της Δόμνας Ασίκη. Το σπίτι του μπακάλη Θεόδωρου Γούτη, ο φούρνος του Γιώμγου Βασδέκη, όπου έμενε και ο αδελφός του ελαιοχρωματιστής Κώστας Βασδέκης, το σπίτι του Σωτήρη Σκύρου, που πουλούσε λαχανικά, ψάρια και αυγά στο παζάρι, το σπίτι του Θεόδωρου Λιάμπα, το σπίτι του Μιχάλη Τσάπανου, το σπίτι του Αλέξανδρου Σιώμου, που δούλευε στα βενζινάδικα, και μετά ήταν τα σπίτια των Δημήτρη, Λάζαρου και Παντελή Μυλωνά, με κοινή αυλή, όπου μεγάλωναν δεκαέξι παιδιά και συνολικά κατοικούσαν είκοσι δύο άτομα. Μετά ήταν το σπίτι του Σπύρου Μπάγιου, που πουλούσε στους δρόμους κρεμάκια (μπεζέδες), και του αδελφού του Πέτρου που ήταν μάγειρας στο Ξενία. Το σπίτι του Ναούμη Κάπτση και του φούρναρη Νικόλαου Κάπτση, και στην γωνία των οδών καλλεργη και Λοχαγού Μόδη το σπίτι του αυτοκινητιστή Μιχαήλ Πατσούρη, που εκτελέστηκε από τους γερμανούς στην Κατοχή 'Ήταν η τελευταία εκτέλεση στην πόλη της Φλώρινας.
Στην κάτω γωνία των οδών Καλλέργη και Στεφάνου Δραγούμη, απέναντι από τον Μηλώση ήταν το χαλβαδοποιείο του Παντελή Κουγιουμτζόγλου και στον πάνω όροφο το ιατρείο του Γεωργίου Σπυρόπουλου. Το γωνιακό αυτό κτήριο υπάρχει και σήμερα. Μετά ήταν η οικία του τεχνίτη μηχανών Ευάγγελου Καραμπέτσου, το πεταλωτήριο του Ηλία, Παντελή και Νικόλαου Τούζου, με μεγάλη αυλή, η οικία του Θεόδωρου Προδάνου, που εργαζόταν ως ελεγκτής στα λεωφορεία, πάντα κεφάτος και με μοναδικά αστεία, που πολλά από αυτά και σήμερα διηγούνται οι παλαιότεροι. Μετά ήταν το σπίτι και το τσαγκαράδικο του Τασούλη
Πύρζα, εκεί έμενε και ο Δημοσθένης Πύρζας, πράκτορας ταξιδιών και στην γωνία της οδού Ταγματάρχου Ναούμ ήταν η οικία του Δημήτριου Νεστορόπουλου, που ήταν μετανάστης στην Αμερική. Στην άλλη γωνία ήταν ένα οικόπεδο του Πέτρου Καλλίνη, που αργότερα το αγόρασε ο Ευάγγελος Λιάκος και έχτισε το σημερινό σπίτι. Μετά ήταν η οικία του μανάβη Πέτρου Μποζίκα και στην γωνία της οδού Βασιλέως Φιλίππου, όπου σήμερα το καφενείο του Καλικράγα ήταν μια βρύση του Δήμου Φλώρινας και η παράγκα του Χριστόδουλου του μαχαιρά, που έφτιαχνε και ακόνιζε μαχαίρια. Στην άλλη γωνία ήταν ένα οικόπεδο και ο στάβλος του Βασίλη, όπου οι χωρικοί πλήρωναν και στάβλιζαν τα ζώα τους την ημέρα του παζαριού. Δίπλα ήταν η οικία του ταξιτζή Αναστάσιου Τσώνα, του ψιλικατζή Δημήτριου Τσώνα και του υπαλλήλου της Τραπέζης της Ελλάδος Θεόδωρου Τσώνα. Μετά ήταν το σπίτι της Ντότσας και ένα στενό δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι του Μιχάλη Μίχτη, που ήταν μπακάλης και μελισσοκόμος. Ακολουθούσε η οικία Κλεάνθη Πούρδη και του μανάβη Ευάγγελου Πούρδη και στην γωνία της οδού Λοχαγού Μόδη ο φούρνος του Πέτρου Νάση. Αργότερα ο Φούρνος αυτός νοικιάστηκε από τον Μιχαήλ Οτζάκη.
Αυτή ήταν η γειτονιά Τσεκούρι πριν η πόλη επεκταθεί προς την πλαγιά του βουνού, αλλά και πριν χτιστούν οι πολυκατοικίες. Κάποτε εκεί στους πρόποδες του βουνού τελείωνε η πόλη, μετά όμως την δεκαετία του 1920, η πόλη επεκτάθηκε και το Τσεκούρι έγινε μια κεντρική γειτονιά. Ήταν μια όμορφη γειτονιά γεμάτη μικρά σπίτια και αυλές. Όλα όμως άλλαξαν στην δεκαετία του 1970, όταν άρχισαν να χτίζονται οι τσιμεντένιες πολυκατοικίες, χωρίς γούστο και καλαισθησία. Άχαρες, ψηλές πολυκατοικίες στην θέση των μονοκατοικιών. Η γειτονιά Τσεκούρι έχασε την γραφικότητά της και έγινε μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά στο κέντρο της πόλης.

Δημήτρης Μεκάσης 12-2-2010

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Η γειτονιά "Τα καζάνια". Κείμενο Δημήτριος Μεκάσης

To κρασί και το τσίπουρο ήταν τα αγαπημένα πιοτά των χριστιανών Φλωρινιωτών. Κρασάκι και τσιπουράκι δικής τους παραγωγής, από τα αμπέλια τους, που βρισκόταν στις πλαγιές των βουνών. Κάθε οικογένεια είχε δυο έως πέντε στρέμματα αμπέλι, και από αυτό έβγαζαν το κρασί και το τσίπουρο όλης της χρονιάς.
Και μετά το πάτημα των σταφυλιών, που γινόταν στο σπίτι, σειρά είχε η παρασκευή του τσίπουρου, που γίνεται με απόσταξη, τους κρύους μήνες του χειμώνα. Η απόσταξη γινόταν στα «καζάνια», όπως έλεγαν τους αποστακτήρες, που βρισκόταν σε παράγκες, στις αυλές των σπιτιών, κάποιων που είχαν ως επάγγελμα την απόσταξη του τσίπουρου.
Και αν οι χριστιανοί απολάμβαναν το κρασί και το τσίπουρό τους, αντίθετα οι μουσουλμάνοι της Φλώρινας για θρησκευτικούς λόγους ήταν υποχρεωμένοι να τα αποφεύγουν. Παρά την απαγόρευση, από τις προφορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι οι τούρκοι έπιναν κρυφά και τσίπουρο και κρασί. Οι αυστηροί ισλαμικοί νόμοι, αλλά και αυταρχικότητα των Καδήδων (Ιεροδικαστών), ανάγκασαν τους χριστιανούς Φλωρινιώτες να έχουν όλα τα καζάνια σε μια γειτονιά, και μάλιστα χριστιανική γειτονιά, γνωστή με το όνομα «Τα Καζάνια». Εκεί λειτουργούσαν τρία ή τέσσερα καζάνια, και όλοι οι χριστιανοί Φλωρινιώτες, από όλες τις γειτονιές, τοποθετούσαν τα στέμφυλά τους σε τενεκέδες, και με κάρα τα πήγαιναν στα Καζάνια για να γίνει η απόσταξη και να πάρουν το τσίπουρο της χρονιάς.
Η γειτονιά «Τα Καζάνια» ήταν παραποτάμια γειτονιά. Ήταν η αριστερή μεριά, ακολουθώντας την ροή του ποταμού, της σημερινής Λεωφόρου Ελευθερίας, από την γέφυρα των δημοτικών σχολείων μέχρι την τελευταία γέφυρα. Η γειτονιά αυτή ήταν απέναντι από την γειτονιά του Αγίου Γεωργίου, και τις χώριζε το ποτάμι.
Μετά την απελευθέρωση του 1912, ήρθε και η ελευθερία των καζανιών. Η ελληνική Νομαρχία έδωσε νέες άδειες αποστακτήρων τσίπουρου, και μάλιστα σε όλες τις γειτονιές της Φλώρινας. Τότε άνοιξαν τα γνωστά καζάνια σε όλες τις γειτονιές, από την μια άκρη της πόλης έως την άλλη άκρη. Στη γειτονιά «Καζάνια» έκλεισαν όλα, εκτός από ένα καζάνι, του Ευάγγελου Αλεξίου. Το καζάνι αυτό ήταν το τελευταίο. Το όνομα της γειτονιάς άρχισε να ξεχνιέται και μετά την δεκαετία του 1920 κανείς δεν ανέφερε την συγκεκριμένη γειτονιά με το όνομα «Τα Καζάνια». Το όνομα αυτό ξε-χάστηκε.
Σε αυτή την γειτονιά, πριν το 1950, υπήρχαν μόνο οικίες, ένας φούρνος και ένα καζάνι. Από την πάνω γέφυρα των σχολείων, στην γωνία ήταν ο φούρνος και η οικία του Στέφανου Κιτάνη. Η οικία του μπακάλη Ιωάννη Γρούιου, και στην γωνία η οικία του τσαγκάρη Λάζαρου Γρούιου και του αδελφού του Παντελή Γρούιου. Η μικρή οδός Λυσιμάχους, και στην απέναντι γωνία η οικία του ταβερνιάρη Βύρωνα Μέλλιου. Στη συνέχεια ήταν το σπίτι του πεταλωτή Αναστάσιου Μέλλιου, του Χαράλαμπου Μέλλιου, το σπίτι του κηπουρού Θεόδωρου Μέλλιου, όπου έμεναν και τα παιδιά του Σίμος και Μήτσος Μέλλιος. Μετά ήταν ένα αδιέξοδο δρομάκι με λίγα σπίτια, όπου έμενε ο γαλακτοπώλης Αθανάσιος Κικιλίντζας, ο Ηλίας Σαμαράς και ο ταβερνιάρης Δημήτριος Γροσδούλης. Έξω από το δρομάκι, στον δρόμο ήταν ένα σπίτι που προεξείχε και έκλεινε τον μισό παραποτάμιο δρόμο. Το σπίτι αυτό παλιά ήταν μιας δασκάλας, που ονομαζόταν Ζαφειρία και αργότερα το αγόρασε κάποιος σέρβος που ονομαζόταν Ρακιγκίεφ, και στην συνέχεια αγοράστηκε από τον Δημήτριο και Παντελή Παπαϊωακείμ. Μετά ήταν η οικία του αξιωματικού Μιχαλοδημητράκη, γαμπρού του Σαμαρά, και στη συνέχεια ένα σπίτι, που νοικιαζόταν από τον Γιώργη Τέρπο. Εκεί παλαιότερα λειτουργούσε ένα καζάνι. Μετά ήταν το σπίτι του Ευάγγελου Αλεξίου, που στην αυλή του υπήρχε καζάνι απόσταξης. Αυτό ήταν και το τελευταίο ενεργό καζάνι της γειτονιάς «Τα Καζάνια». Στην γωνία ήταν το σπίτι του τεχνίτη Μιχάλη Σαμαρά, ο οποίος πρώτος έφερε την ηλεκτροκόλληση στην πόλη μας, το 1950 περίπου. Το σπίτι του Μιχάλη Σαμαρά ήταν στην γωνία της Λεωφόρου Ελευθερίας και της οδού Παύλου Ρακοβίτη, και αργότερα αγοράστηκε από τους αδελφούς Βόγλη.
Στην άλλη γωνία, στο ποτάμι, ήταν η οικία της Γενοβέφας Αλεξιάδου. Το σπίτι αυτό αργότερα το αγόρασε ο αυτοκινητιστής Δημήτριος Ρίμπας. Συνεχίζοντας τον παραποτάμιο δρόμο ήταν το σπίτι του γεωπόνου Απόστολου Μίχου, του ξυλέμπορου Ευάγγελου Μέλε, το σπίτι του Πέτρου Πέτρου (Πέτας), το σπίτι του Δέλου Σαπουντζή, που αργότερα το αγόρασε ο αυτοκινητιστής Δημήτριος Βακάλης, και μετά ήταν το σπίτι των αδελφών Νικόλαου, Ιωάννη και Παντελή Βόγλη, που ήταν κρεοπώληδες. Μετά ήταν το στενάκι όπου έμενε ο δημοτικός υπάλληλος Βασίλης Γαϊτάνης, ο εκδοροσφαγέας Βασίλειος Μοντεσνίτσας, ο οικοδόμος Αθανάσιος Γραικός, και στην γωνία Λ. Ελευθερίας και Σαρανταπόρου ήταν το σπίτι του φορτηγατζή Γεώργιου Ταβελάρη.
Αυτή ήταν η γειτονιά «Τα Καζάνια», που πήρε το όνομά της από τους αποστακτήρες τσίπουρου, καθώς οι χριστιανοί έπρεπε να βράζουν τα τσίπουρά τους σε μια συγκεκριμένη γειτονιά. Το τσίπουρο, σύμφωνα με τους ισλαμικούς νόμους ήταν ένα απαγορευμένο οινοπνευματώδες ποτό. Η παρασκευή τους έπρεπε να γίνεται μακριά από τους μουσουλμάνους, ώστε ούτε να το βλέπουν, ούτε να το μυρίζουν, ούτε να μπαίνουν στον πειρασμό να το γευτούν. Αυτοί ήταν οι λόγοι, που οι Καδήδες της Φλώρινας περιόρισαν τα καζάνια σε μια γειτονιά, και μάλιστα χριστιανική.
Το 1912 όμως όλα άλλαξαν και λειτούργησαν καζάνια σε όλες τις γειτονιές. Στην γειτονιά «Τα Καζάνια» έμεινε μόνο ένα καζάνι, του Ευάγγελου Αλεξίου, που μετά τον θάνατό του το λειτουργούσε η γυναίκα του Παρασκευή. Το καζάνι της Πάρες (Παρασκευής) ήταν το τελευταίο σε αυτή την γειτονιά.
Η ονομασία της γειτονιάς γρήγορα ξεχάστηκε, καθώς σε αυτή δεν υπήρχαν αποστακτήρες τσίπουρου, όπως κάποτε στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Πολυπόταμος, το χωριό της φράουλας

Φραουλοκαλλιέργεια στον Πολυπόταμο

Η φράουλα καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά στον Πολυπόταμο το 1938. Κατά μια εκδοχή την φράουλα την έφερε στο χωριό η Ρόμπη Ανθούλα, σύζυγος του Γεωργίου Ρόμπη, από τη Βουλγαρία. Έκρυψε οχτώ ρίζες στα ρούχα της για να τις περάσει από τα σύνορα. Σύμφωνα με μια δεύτερη εκδοχή η Ρόμπη Ανθούλα πήρε κρυφά τις φράουλες από το κτήμα Κοντόπουλου στη Φλώρινα.

Η πρώτη ποικιλία που καλλιεργήθηκε ήταν η “Μαντάμ Μουτότ”. Για αρκετά χρόνια την αποκλειστικότητα της φραουλοκαλλιέργειας στο χωριό την είχαν ο Ρόμπης Γεώργιος και ο Φιλλίπου Βέλλιος. Πολλοί κάτοικοι του χωριού, εργάζονταν στα χωράφια τους κάποιοι από τους οποίους έκλεψαν ρίζες και άρχισαν με τη σειρά τους να την καλλιεργούν στα δικά τους κτήματα.
Ο συνεταιρισμός των φραουλοκαλλιεργητών δημιουργήθηκε το 1946 ενώ από το 1955 άρχισε να λειτουργεί κανονικά. Από το 1955 και για 30 περίπου χρόνια η παραγωγή της φράουλας έφτανε τους 1600 τόνους το χρόνο. Το 1968 ο συνεταιρισμός πήρε άδεια εξαγωγής με αριθμό μητρώου 10 και πραγματοποιήθηκαν εξαγωγές φράουλας στο εξωτερικό.
Με τις εξαγωγές της φράουλας έρχονταν πολλά χρήματα στο χωριό και αυτό γινόταν για πολλά χρόνια μιας και η ποιότητα της φράουλας Πολυποτάμου ήταν άριστη λόγω του υψομέτρου και των κλιματολογικών συνθηκών της περιοχής. Μετά από κάμποσα χρόνια, η ποικιλία της “Μαντάμ Μουτότ” καταστράφηκε από την εξασθένιση των εδαφών και την μεγάλη υγρασία. Από το 1965 καλλιεργήθηκαν νέες ποικιλίες όπως η “Σουβενίρ” η “Σέγκα Σεγκάνα” η “Σέγκα Πρεγκοζάνα” και αργότερα η “Γκορέλα” που ήρθε από τη Γαλλία και τη Βουλγαρία.

Την δεκαετία του ’70 το κράτος στήριξε την καλλιέργεια της φράουλας με επιδοτήσεις και καθόριζε και τιμή ασφαλείας. Μετά το 1980 η παραγωγή άρχισε να μειώνεται σταδιακά λόγω της κατάργησης των επιδοτήσεων και της καλλιέργειας της φράουλας σε άλλα πιο ζεστά μέρη της νότιας Ελλάδας με αποτέλεσμα να υπάρχει πρόβλημα στη διάθεσή της.
Σήμερα καλλιεργούνται περίπου 10-15 στέμματα και η πώλησή της γίνεται στην αγορά της Φλώρινας.
Επιμέλεια : kparlapani
Τα στοιχεία αντλήθηκαν από την εργασία «Η Φραουλοκαλλιέργεια και η ιστορία της στον Πολυπόταμο» που εκπονήθηκε από τους μαθητές και τους δασκάλους του Δημ. σχολείου Πολυποτάμου το 1999.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

ΓΑΜΗΛΙΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΠΟΤΑΜΟ

Ο γάμος είναι ένα έθιμο από τα πιο πλούσια σε τοπικό χρώμα και χαρακτήρα. Για τα χωριά είναι το μεγαλύτερο και το πιο χαρμόσυνο γεγονός γι’ αυτό παίρνει έννοια τοπικού πανηγυρισμού που παίρνουν μέρος όλοι οι χωριανοί. Το έθιμο του γάμου είναι μια ευκαιρία για να διασκεδάσουν και να χαρούν όλοι, να ξεφύγουν από την καθημερινή τους ζωή γι’ αυτό τον οργάνωναν με το καλύτερο τρόπο για να ευχαριστηθούν όλοι οι καλεσμένοι.
Στα παλιά χρόνια οι γνωριμίες γίνονταν συνήθως στις βρύσες όπου πήγαιναν για νερό οι νέοι και οι νέες . Τα παντρολογήματα γίνονταν από τους προξενητές ή τις προξενήτρες που πήγαιναν στο σπίτι της υποψήφιας νύφης. Αν κανονιζόταν ο γάμος έπαιρνε ένα ζευγάρι παπούτσια δώρο. Πολλές φορές οι νέοι μάθαιναν στα ξαφνικά ότι τους αρραβώνιασαν με το τάδε παιδί ή το τάδε κορίτσι και δεν έφερναν καμιά αντίρρηση. Στο λόγο έδινε οι οικογένεια της νύφης στο γαμπρό ένα ζευγάρι πλεκτές κάλτσες Μετά από λίγο καιρό κάνανε επίσημο αρραβώνα ανταλλάζανε δώρα και κάνανε τραπέζι. Ο γάμος θα γινόταν μετά από τρεις και παραπάνω μήνες για να γίνουν οι ανάλογες προετοιμασίες. ετοιμάσει η τα δώρα και τη φορεσιά της. Τα υλικά για τη φορεσιά της νύφης την αγόραζε ο γαμπρός ενώ ετοίμαζε και τη δική. Η νύφη του αγόραζε το πουκάμισο.
Από τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός κοριτσιού ετοιμαζόταν οι προίκα της και κάθε βράδυ η μάνα και η γιαγιά έπλεκαν κάλτσες αντρικές και γυναικείες. Αυτές θα δίνονταν ως δώρο την μέρα του γάμου σε όλους τους καλεσμένους. Γέμιζαν τα μπαούλα με μάλλινες κάλτσες και ποδιές. Για τα αγόρια δε γινόταν καμιά ετοιμασία.

ΓΑΜΟΣ
Την Παρασκευή δέκα μέρες πριν το γάμο το σόι του γαμπρού πήγαινε να καλέσει τις ποσεστρίμες για να πάνε μετά τρεις μέρες δηλαδή την Κυριακή να καλέσουν όλο το χωριό.
Την ημέρα που τους καλούσαν, οι καλεσμένοι πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού με ένα κόσκινο που μέσα είχε σιτάρι, ή βρίζα. Εκεί στρώνανε κάτω κουρελούδες όπου πάνω τους ρίχνανε αυτά που είχανε μέσα στο κόσκινο. Οι ποσεστρίμες μαζεύανε σε τσουβάλια το σιτάρι και τη βρίζα. Στις άδειες πλέον κουρελούδες ρίχνανε καραμέλες και στραγάλια και την ρίχνανε σε ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι για να φέρουν γούρι στο νέο ζευγάρι και να κάνουν απογόνους. Τα τσουβάλια τα πηγαίνανε στο μύλο να τα αλέσουν .

Την Τρίτη βράδυ οι ποσεστρίμες οι κουλουπτσήδες και οι κοντινοί συγγενείς του γαμπρού με το αλεύρι που τους δώρισαν έπιαναν προζύμι. Μετά ο γαμπρός τους φίλευε πίττες. Μόλις τέλειωναν το φαγητό χορεύανε και με αλεύρι πασπαλίζανε το γαμπρό. Μετά ο γαμπρός πήγαινε στην αρραβωνιαστικιά του και με τη σειρά του την πασπάλιζε με αλεύρι για να κάνουν υποτίθεται άσπρα παιδιά.
Την Παρασκευή το πρωί μαζεύονταν οι ποσεστρίμες στο σπίτι του γαμπρού και ζυμώνανε τις πογάτσες για να καλέσουνε τον παπά τον κουμπάρο και δύο κουλούρες για να καλέσουν με αυτές τους παρακούμπαρους. Μετά άλλες σκούπιζαν τους δρόμους και τις αυλές ενώ άλλες πηγαίνανε στο ποτάμι και με άχυρα και πλέκανε ρογοζίνα ένα είδος ψάθας.
Το Σάββατο οι κουλουπτσήδες σφάζανε πρόβατα ή και κανένα μοσχάρι για να ετοιμάσουνε με αυτά τα φαγητά της Κυριακής.
Την Κυριακή το πρωί οι ποσεστρίμες με τους κουλουπτσήδες και τα όργανα συναντιόντουσαν στο σπίτι του γαμπρού. ξεκινούσαν από το πρωί πρωί να παίζουν χαρούμενους σκοπούς και να καλούν όλο το χωριό μοιράζοντας τσίπουρο από την στολισμένη με κορδέλες κάρτα.
Στη συνέχεια όλοι μαζί γύριζαν στο σπίτι του γαμπρού όπου χόρευαν και από εκεί πήγαιναν να πάρουν τη νύφη. Πρώτα πηγαίνανε στην αστυνομία. στο τέλος πηγαίνανε στην νύφη όπου της πήγαιναν το φόρεμα που το πρωί το είχε χορέψει μια πoσεστρίμα. Οι καβαλάρηδες είχαν στολισμένα τα άλογα με βελέντζες και πιπεριές . Όλο το σόι του γαμπρού μαζεύονταν στο σπίτι του για φαγητό . Μόλις τρώγανε έβγαινε ο γαμπρός από το σπίτι με τον κουμπάρο και ο πατέρας του γαμπρού καθόταν σε μια καρέκλα και όλο το σόι το χαιρετούσε.
Μετά πηγαίνανε με τα όργανα όλο χαρά στην νύφη. Το σόι της νύφης περίμενε στην πόρτα και δεν άφηναν κανέναν να μπει μέσα εάν δεν χτυπούσαν το αυγό που είχαν κρεμάσει στο δέντρο. Μέσα στο σπίτι της νύφης έμπαινε το σόι του γαμπρού και οι κουμπάροι. Ο κουμπάρος και παρακούμπαρος πλήρωναν τα παπούτσια.
Όταν έβγαινε η νύφη από το σπίτι της έκανε το σταυρό της και κλωτσούσε ένα ποτήρι γεμάτο με νερό και στη συνέχεια κάθονταν ο πατέρας της νύφης σε μια καρέκλα και όλο το σόι περνούσε τον χαιρετούσε και άφηνε χρήματα πάνω στην πουγάτσα.
Μόλις ξεκινούσαν για την εκκλησία έριχναν πάνω στη νύφη μια άσπρη μαντίλα και πάνω της ρίχνανε μέσα από τη σήτα ρύζι και καραμέλες.
Έξω από την εκκλησία η πεθερά έστρωνε μια κόκκινη φλοκάτη για να περάσει πρώτη η νύφη. Τρία άτομα έκαναν γύρω την πουγάτσα τρεις φορές λέγοντας « Να ζήσουν» και περνούσαν μέσα στην εκκλησία για τη στέψη. Όταν τελείωνε το μυστήριο του γάμου ξεκινούσε το μεγάλο γλέντι στην πλατεία του χωριού.
Όλο το χωριό διασκέδαζε σαν μια οικογένεια. Το βράδυ τα όργανα συνόδευαν τη νύφη και το γαμπρό στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί τους περίμενε η μητέρα του γαμπρού η οποία με μέλι έκανε ένα σταυρό στην πορτα και η νύφη έπρεπε να το καθαρίσει. Μετά της έδινε ξύλα στην αγκαλιά και ένα τορβά με ψωμί και την πήγαινε στο τζάκι όπου η νύφη άφηνε τα ξύλα. Στην συνέχεια η πεθερά ακουμπούσε την νύφη στο τζάκι. Όλο αυτό το τελετουργικό σήμαινε ότι από δω και πέρα η νύφη ήταν νοικοκυρά στο σπίτι. γλυκό του κουταλιού τη νύφη για να είναι πάντα γλυκιά. Το γλέντι συνεχιζόταν με λιγότερο κόσμο μέχρι το πρωί.
Την επόμενη Κυριακή οι γονείς της νύφης καλούσαν τους γονείς του γαμπρού για να φάνε μαζί. Το έθιμο αυτό λεγόταν πραβίτσε.

Ν.Φ., Χ.Φ., Ζ.Ε..

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΟΛΥΠΟΤΑΜΟΥ

Για πρώτα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς δεν μπορεί να γίνει λόγος για ελληνικό σχολείο γιατί και το χωριό αυτό ακολούθησε την τύχη των περισσοτέρων χωριών της Τουρκοκρατημένης Ελλάδας. Έτσι αμάθεια και σκοτάδι επικράτησε και εδώ.
Σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο βιβλίο Ιστορίας του σχολείου όπως αφηγείται ο Δήμου Βασίλειος του Γεωργίου πριν το 1870 το μόνο σχολείο που λειτουργούσε ήταν ελληνικό , « Το μόνο σχολείο που λειτουργούσε ήταν ελληνικό. Εγώ δεν πήγα στο σχολείο γιατί ο πατέρας μου από πολύ μικρό με έστειλε με τις γελάδες, μα θυμάμαι πως ο θείος μου ήξερε και να διαβάζει και να γραφεί ελληνικά και πως αυτά τα έμαθε στο σχολείο που λειτουργούσε στο χωριό (περίπου από το 1950). Το αλφάβητο ήταν ελληνικό και τα βιβλία επίσης ελληνικά. Οι Τούρκοι δεν μας πείραζαν στο ζήτημα αυτό και μπορούσε κανείς να μιλάει και να γραφεί όποια γλώσσα ήθελε. Στα χρόνια που ήμουν παιδί στο σχολείο δάσκαλος ήταν κάποιος με το όνομα Γιοβάνης από το χωριό Καμπάσνιτσα (Πρώτη) κι αργότερα όταν έφυγε αυτός, τον αντικατέστησε ένας με το όνομα Σπύρος απ’ την Κοζάνη, τον Σπύρο δε ο Παπα-Τράικος ο οποίος αργότερα έγινε παπάς του χωριού».
Ο Μήλης Γεώργιος του Ναούμ όπως καταγράφεται στο βιβλίο ιστορίας του σχολείου, λέει ότι είχε για δάσκαλό του τον Γιοβάνη απ’ την Πρώτη, ο οποίος αφού δούλεψε εδώ 5-6 χρόνια ξαναγύρισε στο χωριό του όπου χειροτονήθηκε παπάς.
Ο Μάρκου Μάρκος του Ιωάννη αναφέρει ότι θυμάται πως οι συνομήλικοί του φοιτούσαν σε σχολείο Ελληνικό και πως από τους 4 θείους του οι 2 φοίτησαν σε Ελληνικό σχολείο και γνώριζαν να γράφουν και να διαβάζουν.
Κατά πάσα πιθανότητα στο μεγαλύτερο διάστημα της Τουρκοκρατίας δεν λειτουργούσε σχολείο στο χωριό . Σχολείο ελληνικό πρέπει να λειτούργησε τον 18ο και 19ο αιώνα. Για τους δασκάλους φρόντιζε το Πατριαρχείο και ο Μητροπολίτης Καστοριάς στην δικαιοδοσία του οποίου ανήκε η εκκλησία του χωριού.
Κατά την περίοδο από το 1870 μέχρι το 1913 μετά τη συνθήκη του Λονδίνου (17 Μαρτίου 13) που αποδόθηκε η Μακεδονία και η Ήπειρος στην Ελλάδα, αρχίζει μια δραματική περίοδος ανάμεσα στους έλληνες και τους Βούλγαρους.
Παρά τους διωγμούς, το ελληνικό σχολείο λειτουργούσε κανονικά την περίοδο αυτή και όσες φορές τύχαινε να χηρέψει η θέση του διδασκάλου, μέχρι να διορισθεί νέος, χρέη δασκάλου εκτελούσε κάτοικος του χωριού από τους πιο μορφωμένους.
Το 1892 δάσκαλος του χωριού φέρεται ο Λάζαρος Παπακωνσταντίνου από τον Πολυπόταμο , ο οποίος
αφού έμαθε λίγα γράμματα στο σχολείο του χωριού και συμπλήρωσε την μόρφωσή του στο Γυμνάσιο Μοναστηρίου.
Οι δάσκαλοι διορίζονταν και πληρώνονταν από τον μητροπολίτη Καστοριάς. Δύο φορές το χρόνο φρόντιζε να επισκέπτεται και το σχολείο και να ενημερώνεται σχετικά με την πρόοδο των παιδιών.
Το 1905, σύμφωνα με τις καταγραφές που υπάρχουν στο βιβλίο ιστορίας , το σχολείο ληστεύτηκε και κάηκαν τα λίγα θρανία και έπιπλά του από τους κομιτατζήδες. Τότε σκοτώθηκαν ο Δίνης Χρήστος, Μιχαλίτσης Φίλιππος, Παππάς Μιχάλης και ο ιερέας του Χωριού Παπαγιάννης. Ο δάσκαλος του χωριού, Σωτήρης ο Καστοριανός, τρομοκρατημένος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο που βρισκόταν στην πλατεία και να το μεταφέρει στο σπίτι του Αποστόλου όπου συγκέντρωνε τους μαθητές και έκανε μάθημα πάνω σε ψάθες. Μαζί με το Σωτήρη δούλευε επίσης και η Γιαννούλα η Καστοριανή γνωστή και ως η Γιαννούλα με την καμπούρα. Δούλεψαν μαζί από το 1905 μέχρι το 1910. Από το 1910εως το 1912 δούλεψαν στο σχολείο δύο δάσκαλοι που τα ονόματά τους έχουν ξεχαστεί. Αυτά την περίοδο οι δάσκαλοι κινδύνευαν από στιγμή σε στιγμή να χάσουν τη ζωή τους όμως κατάφεραν και τα κράτησαν ανοιχτά ακόμα και στις πιο δύσκολές μέρες .
Το βουλγαρικό σχολείο που λειτούργησε από το 1910 μέχρι το 1912 διαλύθηκε και χρησιμοποιήθηκε σαν παράρτημα του ελληνικού σχολείου μιας και βρισκόταν δίπλα του.
Το 1912 πρώτη δημοδιδασκάλισσα ήταν η Δήμητρα Τέγου η οποία είχε αποφοιτήσει από το Παρθεναγωγείου Μοναστηρίου. Δούλεψε για πέντε χρόνια και την αντικατέστησαν οι επίσης απόφοιτες του Παρθεναγωγείου Μοναστηρίου, αδερφές Κοσμά Ανδρομάχη και Κοσμά Καλλιόπη. Προϊστάμενος του σχολείου ήταν ο Γιώργος ο Μοναστηριώτης. Το 1918, κατά το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η χωροφυλακή που ήταν εγκαταστημένη στο χωριό , πήρε διαταγή για την ασφάλειά της ν α μεταφερθεί στη Δροσοπηγή για την ασφάλειά της . Ο Γιώργος ο δάσκαλος θεώρησε καλό να φύγει και αυτός με τους χωροφύλακες αλλά στη Κ. Υδρούσα δολοφονήθηκε από βουλγαρίζοντες.
Το 1916 διευθυντής του σχολείου ήταν ο Ντάνης που καταγόταν από το Πισοδέρι Φλώρινας ενώ το λοιπό διδακτικό προσωπικό αποτελούσαν οι αδερφές Ελένη και Ασπασία Ρόκου. Η πρώτη έμεινε για ένα χρόνο ενώ η Ασπασία παρέμεινε με τον Ντάνη έως το 1919 οπότε ανέλαβε διευθυντής ο Πανάγος που ήταν τότε φοιτητής στο Πανεπιστήμιο .
Από το 1920έως το 1930 διευθυντής του σχολείου ήταν ο Σταυρίδης Αθανάσιος ο οποίος κατέβαλλε πολλές προσπάθειες για την οργάνωση του σχολείου και την πρόοδο των μαθητών. Μαζί του υπηρετήσαν κατά τον πρώτο χρόνο η κόρη του Αρετή , ο Γιάλης Μενέλαος , ο Γιώργος Μπιβολής και η Νηπιαγωγός Δουλγεράκη Μελπομένη.
Μετά και από δικές του προσπάθειες πραγματοποιήθηκε η ανέγερση νέου διδακτηρίου. Για να χτιστεί το σχολείο , το κράτος διέθεσε το ποσό των 1.015.000προπολεμικών δραχμών ενώ πολύ σημαντική ήταν και η προσωπική εργασία των κατοίκων.

Το 1926 τα ποτάμια του χωριού μετά από πολυήμερες βροχοπτώσεις, κατέβασαν στην πλατεία του χωριού άφθονες πέτρες και άμμο που ήσαν αρκετά για το κτίσιμο του σχολείου. Όλο το χωριό βοήθησε στην μεταφορά των υλικών και στην οικοδόμηση του σχολείου. Οι εργασίες κράτησαν δύο χρόνια και το 1928 στόλιζε το χωριό με την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπειά του. Το 1926 με απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών παραχωρήθηκε στο σχολείο ως δωρεά μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Μετά την αποπεράτωση του διδακτηρίου μετατέθηκε ο Αθ. Σταυρίδης και τη θέση του πήρε ο Κυριόπουλος που πολλά χρόνια συνυπηρετούσε μαζί του. Στο σχολείο τότε υπηρετούσαν και η Μαγειροπούλου Ευριπία Τοσοννίδου Φιλαρέτη ο Ιωακειμίδης που αργότερα αντικατέστησε τον Κυριόπουλο και οι Νηπιαγωγοί Φιλίππου Καλυψώ, Καλαούζη Ιουλία και κατόπιν η Βαφειάδου Δωροθέα.
Από το 1937 μέχρι το 1940 σα διευθυντής δούλεψε ο από τη Σκοπιά . Όταν αυτός επιστρατεύτηκε τη θέση του πήρε ο Λουλούσης Παναγιώτης ο οποίος εργάστηκε μέχρι το 1945. Τον αντικατέστησε ο Ιγνάτιος Κώνστας που υπηρέτησε έως το 1947. Το 1946 έπεσε η σκεπή του σχολείου από το πολύ χιόνι. Την ‘ίδια χρονιά κατασκευάστηκε και το μαγειρείο δίπλα στο σχολείο στη δυτική πλευρά του. Από το 1947 και για δύο ολόκληρα χρόνια, λόγω της σφοδρότητας του εμφυλίου πολέμου, το σχολείο έκλεισε και οι δάσκαλοι τοποθετήθηκαν σε άλλα χωριά.
Το φθινόπωρό του 1949 οι κάτοικοι ξαναγύρισαν στο χωριό και από τους δασκάλους πρώτος παρουσιάστηκε και ανέλαβε υπηρεσία ο Γεώργιος Καλτσούνης σε ηλικία 22 ετών. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε να τακτοποιήσει το διδακτήριο. Έφτιαξε ακόμα και μόνιμη σκηνή στις δύο συνεχόμενες αίθουσες της δυτικής πλευράς του σχολείου. Τον Μάρτιο του 1950 τοποθετήθηκε μέχρι το τέλος της χρονιάς ο Ζώνιος Στέφανος γιατί ο Καλτσούνης επιστρατεύτηκε.
Τη σχολική χρονιά 1950-51 ανέλαβε υπηρεσία ο Δάνης Πραπαβέσης ο οποίος κατέγραψε την ιστορία του σχολείου την 28η Φεβρουαρίου του 1953. Μαζί του δούλεψαν ο Δογούλης Στέφανος , η ταπάνου Καλλιρόη η Ευτυχία Καντζά ο Ζάχος Χριστόφορος και οι Νηπιαγωγοί Μουτσούλη Μαρίκα και Καραμπέτση Ευαγγελία. Την Άνοιξη του 1951 πρωτοϊδρύθηκε ο σχολικός κήπος. Ο Πραπαβέσης έμεινε στο σχολείο για τρία χρόνια.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο ιστορίας του σχολείου που κατέγραψε ο Δάνης Πραπαβέσης

Πολυποτάμος. Ανάδρομη αφήγηση για την ενορία

Η Ενορία Πολυποτάμου του ομώνυμου Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Περάσματος του Νομού Φλώρινας αριθμεί 350 περίπου κατοίκους και έχει στον γεωγραφικό της χώρο τέσσερις Ιερούς Ναούς και δυο Ναΐσκους Το πρώτο χτίσιμο ναού έχουμε περί το 1670-ανακριβής χρονολογία- (Νότια του χωριού) . Είναι ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου ο οποίος καταστράφηκε το 1970 και το 1971 χτίζεται στην ίδια θέση ακριβώς ο νέος Ναός .
Από ενθυμίσεις κατοίκων ο παλαιός Ναός ήταν κάτω από την επιφάνεια της γης και θύμιζε της πρωτοχριστιανικές κατακόμβες. Τόσο στον Α΄ όσο και στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είχε γίνει καταφύγιο των κυνηγημένων αλλά και τόπος προσευχής έτσι ώστε να σωθούν όλοι όσοι πέρασαν από εκεί όπως μας αναφέρουν οι ίδιοι που τα έζησαν.

Τίποτα όμως από τον Ναό αυτό δεν σώζεται σήμερα παρά μόνο ελάχιστες εικόνες αγιογραφημένες το 1898 οι οποίες κοσμούσαν το τέμπλο του Ναού.
Δίπλα από τον Ναό υπήρχε το καμπαναριό το οποίο ήταν πετρόχτιστο και κατέρρευσε λόγω παλαιότητας αφήνοντας μας μόνο το σημείο όπου ήταν χτισμένο.
Σήμερα ο Ναός του Αγίου Νικολάου παραμένει Ναός Κοιμητηρίων όπως άλλωστε ήταν και όπως αναφέρουν οι παλαιότεροι οι ταφές των νεκρών από τον πόλεμο γινόντουσαν πάντα νύχτα φοβούμενοι τις βόμβες που έπεφταν.
Στην Ενορία αυτή το παράδοξο είναι ότι οι τέσσερις Ναοί που υπάρχουν είναι χτισμένοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα περιφρουρώντας έτσι το χωριό με την ασφάλεια του θεού.
Το 1740-1760 χτίζεται στη Βόρεια πλευρά του χωριού ο Ναός του Αγίου Αθανασίου(όπως προκύπτει από ερωτηματολόγιο της Μητροπόλεως που έγινε σε ιερέα της ενορίας το 1967) . Ο Ναός αυτός είναι ημιυπόγειος (τουλάχιστον ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια του αυλικού χώρου) και χαρακτηριστικά γνωρίσματα του είναι ο περίφημος διάκοσμος της ξυλόγλυπτης οροφής του, ο επιβλητικός άμβωνας , το ξυλόγλυπτο τέμπλο με εικόνες που χρονολογούνται το 1845. Χρονολογία που διακρίνεται από τη χάραξη που έγινε πάνω τους.
Ο Ναός είναι χτισμένος με πέτρα, δυστυχώς όμως είναι καλυμμένη με επίχρισμα . Η σκεπή του ήταν επίσης πέτρινη αλλά λόγω της καταστροφής της σήμερα είναι με κεραμίδι . Αξίζει να αναφερθεί ότι όλοι οι Ναοί της ενορίας ήταν με πέτρινες σκεπές αλλά καμία δεν άντεξε το βάρος της με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν και να αντικαταστούν με κεραμίδι.
Με πέτρινες πλάκες επίσης ήταν και το δάπεδο , σήμερα σώζονται μόνο στο χώρο του Νάρθηκα (πρόναος).
Στην αρχική του μορφή σώζεται ανέπαφο από το χρόνο το καμπαναριό που είναι μόλις λίγα μέτρα δίπλα του Ναού.
Οι δύο αυτοί Ναοί (κοιμητηρίων) έως και τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο αποτελούσαν μέσα σε μια κοινωνική ομάδα, δύο ενορίες. Από μαρτυρίες κατοίκων γνωρίζουμε πως στο Ναό του Αγίου Αθανασίου Έλληνας ιερέας λειτουργεί μετά το 1947.
Μετά την κατοχή επικρατούσε ένα έθιμο που λόγω του ειδωλολατρικού του χαρακτήρα, εξαλείφθηκε. Στην εορτή του Αγίου (18 Ιανουαρίου ) εύπορες οικογένειες προσέφεραν ένα μοσχάρι το οποίο και έσφαζαν στην αυλή του Ναού και στην συνέχεια το βράζανε σε μεγάλα καζάνια στο τζάκι της αποθήκης το οποίο σώζεται ως σήμερα. Μετά τον εκκλησιασμό ακολουθούσε φαγοπότι τιμώντας έτσι τον Άγιο. Βέβαια, όλα αυτά γινόντουσαν και για ένα σημαντικότερο λόγω. Οι άνθρωποι τότε πεινούσαν (ας μη ξεχνάμε σε ποια περίοδο βρισκόμαστε). Σήμερα στις αναφορές που κάνουν οι κάτοικοι λένε πως οι περισσότεροι άνθρωποι τρώγανε κρέας μόνο εκείνη τη ημέρα απ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Και ο λόγος ήταν η φτώχεια.
Ο Ναός του Αγίου Αθανασίου σήμερα είναι ο παλαιότερος που υπάρχει και είναι ένα από τα πολλά ιστορικά μνημεία που έχει η χώρα μας τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως χώροι αρχαιολογικού ενδιαφέροντος οι οποίοι ανήκουν στην υπηρεσία της αρχαιολογικής εφορίας.
Στην περίοδο του 1902 και αργότερα το 1906 έχουμε δύο δολοφονίες ιερέων από τους Βούλγαρους που αξίζει να αναφέρουμε τα ονόματα τους ως μνημόνευση για όλα αυτά που προσέφεραν. Είναι Ο ιερέας Παπακωνσταντίνου Κωνσταντίνος και ο ιερέας Στόιτσης Ιωάννης γνωρίζοντας το φρικτότερο θάνατο με ακρωτηριασμούς και αναρίθμητες μαχαιριές στο σώμα τους.
Κατόπι , το 1912 στη Δυτική πλευρά του χωριού χτίζεται ο Ιερός Ναός του Αγίου Λουκά.
Ναός χτισμένος σε Βασιλικό ρυθμό και με εικόνες αγιογραφημένες με Ρωσική τεχνοτροπία. Χαρακτηριστικά και επιβλητικά ήταν τα δυο καμπαναριά που υπήρχαν (δεξιά και αριστερά του ναού) όπως και ο τρούλος που σήμερα δεν σώζονται. Κάποιοι κάτοικοι μάλιστα είχαν φωτογραφίες τον ναό στην αρχική του μορφή, τις οποίες δεν μπορούν να βρουν.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα λειτούργησε ως μοναστήρι από το μοναχό Ιγνάτιο που ήρθε από μονή του Αγίου όρους και το επάνδρωσε. Μετά τον θάνατο του τη δεκαετία του ’40 ο ναός λειτουργεί κατά την μνήμη του Αγίου και σε έκτακτες περιπτώσεις. Το κελί που υπήρχε καταστράφηκε και στη μεγάλη έκταση της αυλής ευδοκιμούσαν οπορωφόρα δέντρα που στο πέρασμα του χρόνου σάπισαν.
.
Ένα χρόνο αργότερα, το 1913 χτίζεται ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου σε κεντρικό σημείο του χωριού. Το 1927 στο χωριό δίνεται η ονομασία Πολυπόταμος και στην ουσία από εδώ και στο εξής σχηματίζεται η ενορία Πολυποτάμου με ενοριακό ναό αυτό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Χτισμένος και αυτός σε Βασιλικό ρυθμo, με βυζαντινό χαρακτήρα στις εικόνες του τέμπλου και εντυπωσιακή καλλιτεχνική διάθεση των χτιστών με λαξευμένη πέτρα.
Η ευλάβεια των κατοίκων προς τη Θεοτόκο συνδυασμένη με την πίστη τους πρόσφερε και θαύματα που δεν έχουν καταγραφεί δυστυχώς.
Χωρίς να γνωρίζουμε χρονολογία ο ναΐσκος του Αγίου Μηνά έξω από το χωριό και βορειοδυτικά ήταν και είναι για τους κατοίκους ένας αγαπητός Άγιος, εξίσου αγαπητή είναι και η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται ο Ναΐσκος. Γέροντες αναφέρουν πως σε αυτό το σημείο βρισκόταν το πρώτο χωριό –οικισμός- και γι’ αυτό το λόγo,  η τοποθεσία ονομάστηκε «Χωριουδάκι». Σήμερα ο ανακατασκευασμένος ναΐσκος σε συνδυασμό τη γραφικότητα του τοπίου , προσφέρει στον επισκέπτη ηρεμία και ψυχική γαλήνη.
Στην είσοδο του χωριού συναντάμε το ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου ο οποίος είναι ιδιόκτητος αλλά συγκαταλέγεται στην ενορία .
Η ενορία αριθμούσε 1.700 κατοίκους έως και την περίοδο του 1940. Έκτοτε ο πόλεμος οδήγησε πολλούς στην αποδημία με αποτέλεσμα σήμερα να αριθμεί μόλις 350 μόνιμους κατοίκους.
Τοπικούς ιερείς από την περίοδο του ’40 έως και το 2002 το χωριό δε γνώρισε. Το θρησκευτικό όμως συναίσθημα ήταν καλλιεργημένο, έτσι τουλάχιστον πέντε ενορίτες γίνονται μοναχοί και φεύγουν για το Άγιο Όρος . Μόνο για τους δύο γνωρίζουμε ότι προέρχονται από τα επώνυμα Σαμπαλής και Ζαραβέλης.
Ιερείς όπως ο Δρακόπουλος, Αναγνωστάκης , Ζαραβέλης , Βασιλείου , Παπαχρόνης , και Αβραμίδης εξυπηρέτησαν την ενορία περιοδικά μέχρι το 1970, κάποιοι μάλιστα από αυτούς ήταν αποσπασμένοι από τη Αθήνα κατά την περίοδο της Δικτατορίας .
Τη τριακονταετία ΄70 έως και 2002 διορίσθηκαν οι ιερείς Καντζίδης , Ανδρεόπουλος και Μπαγάσης. Από το 2002 μέχρι και σήμερα η ενορία έχει τον ενορίτη εφημέριο της.
Τελειώνοντας την αναδρομή στην ενορία Πολυποτάμου θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στη γραφικότατη τοποθεσία του χωριού , στη φυσική ομορφιά που χαρίζουν τα δάση ολόγυρα του , τα πανέμορφα και πολλά ρυάκια που σχηματίζουν το ποτάμι που διασχίζει το χωριό , τις όμορφες καμπύλες των βουνών και όλα αυτά σα μέσα σε έναν πίνακα ζωγραφικής που υπογράφεται από το χέρι του θεού για να μας το χαρίσει σε μας τους κατοίκους της ενορίας Πολυποτάμου.

Κ.Γ. Πολυπόταμος 20-01-09

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Η γειτονιά Βαρόσι και η παλιά αγορά. Μέρος Δ΄. Μεκάσης Δ.


H σημερινή οδός Νικολάου Πύρζα πριν το 1922 δεν υπήρχε. O δρόμος, από την μεριά της πλατείας, έφτανε μέχρι το σπίτι του Καπουλίτσα και έστριβε και έβγαινε στο ποτάμι εκεί που βρίσκεται το σπίτι του Παπαθανασίου. Όταν άνοιξε ο δρόμος απαλλοτρίωσε τμήμα της αυλής της οικίας Πύρζα και το δρομάκι έγινε αυλή της οικίας Παπαθανασίου. Η νέα οδός ονομάστηκε οδός Θεσσαλονίκης. Αργότερα όμως, μετά τον θάνατο του Μακεδονομάχου Λάκη Πύρζα, η οδός μετονομάστηκε σε οδός Νικολάου Πύρζα. Σε αυτή την οδό, στην γωνία στο ποτάμι μετά το σπίτι του Τοτό Σαπουντζή υπήρχαν μερικά μαγαζιά, όπως τα αλατοτριβείο του Λάζαρου Σαπουντζή και στην γωνία με την οδό Θράκης, η οικία Περικλή Φίσκα. Στα χρόνια της τουρκοκρατία όλα αυτά ανήκαν στην οικογένεια του Μουφτή Χουλασή, όπως και ο πύργος (κουλάς) που βρισκόταν πίσω από την οικία Φίσκα. Στην άλλη γωνία υπάρχει ακόμη το σπίτι του Βασίλη Σταυρέτη και δίπλα ένα φούρνος που τον νοίκιαζε ο Γιώργος Λαζαρίδης. Μετά ήταν το σπίτι κάποιου 'Εφτου, και εκεί τελείωνε η οδός. Απέναντι ήταν το Ξενοδοχείο «Πανελλήνιο» ιδιοκτησίας Σαμαρά, χτισμένο το 1924. Πιο κάτω το σπίτι του Λάζαρου Ζάικου, του Ιωάννη Καπουλίτσα, του Ιωσήφ Δάφκου, το Μονοπώλιο τον κράτους, όπου πουλιόταν το αλάτι, τα σπίρτα, το καθαρό πετρέλαιο και οι τράπουλες. Διευθυντής το Μονοπωλίου ήταν ο οπλαρχηγός και Μακεδονομάχος Λάκης Πύρζας και δίπλα στη γωνία ήταν το αρχοντόσπιτο του, χτισμένο στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας.
Συνεχίζοντας τον παραποτάμιο δρόμο μετά την γωνία του Πύρζα είναι το σπίτι των αδελφών Μέλλιου, του Αγησίλαου Παπαθανασίου, του Μενέλαου Τσαρουχά, του Δημήτρη Βαλάκα, και μέσα στις αυλές του Ιωάννη Μπαξωρλή και του Χαρίλαου Κικιλίντζα. 'Έξω στον δρόμο ήταν το, σπίτι της Βασιλικής 'Εβδα, και το επόμενο του παπά-Δημήτρη Παπαδράμπη, και στην γωνία με την οδό Βασ. Γεωργίου, το σπίτι των αδελφών Κλείτου και Δημήτριου Ιωαννίδη.
Στην άλλη γωνία, όπου σήμερα είναι η αυλή της εκκλησίας υπήρχαν πολλά μικρά σπίτια. Δίπλα στην είσοδο της εκκλησίας ήταν η οικία Χαράλαμπου Αριστείδου, στην γωνία η οικία Γεώργιου Μητσούλη, δίπλα ήταν η οικία Ηλία Κουραμπία, η οικία Ντάντσιου Φιλίππου και μετά ένα στενό δρομάκι που οδηγούσε σε τρία σπίτια. Ήταν του Νικόλαου Νόλη, του Σωτήρη Γρίβα, και το πατρικό της Βέρας Χατζηϊωάννου. Μετά ήταν η οικία Κώστα Παναγιώτου, που υπάρχει και σήμερα. Δίπλα όπου σήμερα το σπίτι του Γιώργου Φωτιάδη, ήταν το σπίτι του μεγάλου ποδοσφαιριστή Σίμου Παπαλαζάρου (Χατζηβαρδέα), η οικία Παντελή Βλάση, η οικία Δανιήλ Κοζάρη, και στην γωνία όπου σήμερα η ταβέρνα «Βαρόσι» ήταν το ζαχαροπλαστείο «Ολύμπια», του Δημήτριου Γιάτα (Σπουδαίος).
Στην άλλη γωνία της οδού Ταγμ. Φουλεδάκη ήταν το ταβερνάκι του Πορτοκάλη, το σπιτάκι αυτό υπάρχει και σήμερα, δίπλα ήταν το σπίτι του φούρναρη Θεόδωρου Γροσδούλη, και μετά το ερειπωμένο σπίτι που υπάρχει και σήμερα, του τσαγκάρη Νικολάκη Σομπατζή, παλιότερα ήταν του Καρζάτη. Πίσω από αυτό το σπίτι ήταν ο πύργος (κουλάς). Μετά ήταν μια στενόμακρη είσοδος, που οδηγούσε στην οικία τον τσιφλικά Νικόλαου Ζέγα, όπου μετά κατοίκησε για πολλά χρόνια ο Ηρακλής Τσελίδης. Τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας ο Νικόλαος Ζέγας, που καταγόταν από την Κασσάνδρα Χαλκιδικής, αγόρασε από τον Σελήμ Αγά αυτό το σπίτι, τον πύργο και ένα τσιφλίκι στο Αρμενοχώρι. Μετά ήταν η οικία Ναούμ Γούτη, όπου τα τελευταία χρόνια είχε εργαστήριο ζωγραφικής η Στέλλα Γκολίτση. Το σπίτι όπως κάηκε και μαζί πολλοί πίνακες της ζωγράφου, και μετά κατεδαφίστηκε.
Όπου σήμερα το 3ο γυμνάσιο, κάποτε ήταν ένα πανέμορφο επιβλητικό κτήριο, όπου στεγαζόταν τα γυμνάσια αρρένων και θηλέων, και αργότερα το οικονομικό γυμνάσιο. Το κτήριο αυτό χτίστηκε από τους βούλγαρους, την περίοδο 1905-10, και λειτούργησε μέχρι το 1912 ως γυμνάσιο και οικοτροφείο. Τότε δεν είχε αυλή, επειδή μια σειρά σπίτια και μαγαζιά ήταν κατά μήκος του δρόμου. Όλα αυτά ανήκαν στον Σελήμ αγά, καθώς και ο πύργος. O Σελήμ όμως με την πάροδο του χρόνου τα ξεπούλησε όλα. Από τον Σελήμ οι βούλγαροι αγόρασαν το οικόπεδο και έχτισαν το γυμνάσιο, το οποίο κατεδαφίστηκε το 1978, και λίγο αργότερα χτίστηκε το σημερινό κτήριο του 3ου γυμνασίου.
Για τους υπόλοιπους δρόμους του Βαροσίου έχω γράφει σε διάφορα περιοδικά και τοπικές εφημερίδες, για αυτό δεν Θα αναφερθώ σε αυτούς. Μένει λοιπόν η οδός Μητροπόλεως, το κτήριο της Μητροπόλεως και ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα, που βρίσκονται στο Βαρόσι. Ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα χτίστηκε υπό τους βουλγάρους, την περίοδο 1905-1910, με χρήματα εράνων που έγιναν στην πόλη και στα χωριά.
Οι έλληνες δεν έδωσαν χρήματα, αλλά επειδή θα χτιζόταν χριστιανικός ναός και έπρεπε κάτι να δώσουν, έστω και μια πέτρα για τα θεμέλια.
Οι περισσότεροι προτίμησαν να δώσουν τις τετράγωνες πέτρες που είχαν έξω από τα σπίτια τους, όπου καθόταν και απολάμβαναν τα καλοκαιρινά βράδια. O ναός χτίστηκε δίπλα από την ελληνική Μητρόπολη, καθώς υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ της πατριαρχικής και της εξαρχικής εκκλησίας.
H ελληνική Μητρόπολη στεγάστηκε εκεί στην δεκαετία του 1860, σε ένα τριώροφο ξύλινο κτήριο. Αργότερα ο Μητροπολίτης Ιωαννίκιος το 1902 έχτισε το σημερινό κτήριο της Μητροπόλεως. Μετά την απελευθέρωση του 1912, ο βουλγάρικος ναός μετατράπηκε σε ελληνικά και ο άγιος Παντελεήμονας έγινε πολιούχος της πόλης μας. Και έγινε επειδή πάνω από το Βαρόρι στον λόφο υπήρχε από πολύ παλιά το εκκλησάκι του αγίου Παντελεήμονα, όπου γιόρταζαν οι Φλωρινιώτες, τότε που κανένας ναός δεν υπήρχε στην πόλη. Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα όμως, τον άγιο Παντελεήμονα, ως πιο παλιό άγιο της πόλης μας, τον διεκδικούσαν και οι δυο παρατάξεις και τον τίμησαν. Οι βούλγαροι του έχτισαν ναό και οι έλληνες τον έκαναν πολιούχο της Φλώρινας.
Υπάρχει και η οδός Ιωανικίου, ένα μικρός δρόμο, που αρχίζει από τον Κεντρικό και φτάνει στο κτήριο της Μητροπόλεως. Σε αυτό τον δρόμο, από την μια μεριά ήταν το ξενοδοχείο "Θεσσαλονίκη" των αδελφών Τραγιανού και Λάζαρον Σιάκου και απέναντι ήταν το μεγάλο πανδοχείο των αδελφών Χρήστου και Ευάγγελου Σιάμκουρη και δίπλα ήταν οι είσoδoι των σπιτιών του Γεωργίου, του Παντελή, του Θεόδωρου και του Ευάγγελου Μούλη.
Η οδός Μητροπόλεως άρχιζε από το αρχοντικό Εξάρχου, μετά ήταν η είσοδος του κτηρίου της Μητροπόλεως, όπου υπήρχε και μια βρύση, ακολουθούσε ο ψηλός μαντρότοιχος της αυλής της Μητροπόλεως, και μετά ήταν το δερματοπωλείο του Αναστάσιου Λουκίδη. Μετά ήταν η πλαϊνή είσοδος του ναού και ο ναός. Από την άλλη μεριά του δρόμου,
αρχίζοντας από την γωνία ήταν το συνεταιριστικό Συμβολαιογραφείο του Χρήστου Κώττα, του Γεώργιου Δημητρίου και τον Αναστάσιου Χατζηχρίστου και μετά ήταν η αυλή του ξενοδοχείου «Θεσσαλονίκη», Από την άλλη γωνία, όπου σήμερα το εκκλησιαστικά γυμνάσιο ήταν μια σειρά καταστημάτων, που ανήκαν στην ελληνική Εκκλησία. 'Ηταν το εργαστήριο φύλλων κρούστας του Μπακούλη, το εργαστήριο υποδημάτων του Κουτουράτσα, το εργαστήριο υποδημάτων τον Βαραδίνη, το ξυλουργείο του Αντώνη και Ανέστη Ταλιαδιώρου, το ποδηλατάδικο του Γιώργου Παπαγεωργίου, και η είσοδος της αυλής του σπιτιού τον Πίδη (Ευριπίδη). Σε ένα από τα σπίτια αυτής της αυλής στεγαζόταν το ελληνικά σχολείο, πριν η ελληνική κοινότητα αγοράσει το σπίτι του Ιζέτ Πασά. Στο επόμενο μαγαζί έκαμνε πρόβες η χορωδία, και τέλος στην γωνία ήταν το εργαστήριο του Ηλία Βυζάντη, που ήταν επιγραφοποιός, ζωγράφος και φυσιολάτρης.
Αυτό ήταν το Βαρόσι στον 20ο αιώνα, το κέντρο της πόλης, όπου έμεναν οι πιο ευκατάστατοι οικονομικά, αλλά και οι μορφωμένοι.'Ηταν κάποτε η χριστιανική αριστοκρατική γειτονιά, όπως έλεγαν οι Φλωρινιώτες. 0 Αθανάσιος Μπέλτσος μάλιστα, που είχε πανδοχείο και μπακάλικο στην οδό Κ. Παλαιολόγου έλεγε: «Αν δεν έχεις σπίτι στο Βαρόσι και αμπέλι στο Ουρδέσι δεν είσαι τσορμπατζής». Με την λέξη «τσορμπατζής» οι Φλωρινιώτες εννοούσαν τον άρχοντα, τον πλούσιο και τον νοικοκύρη.
Στην δεκαετία του 1920 όμως το Βαρόσι διχοτομήθηκε. Από την μεγάλη γέφυρα της εκκλησίας και μέχρι την μεγάλη γέφυρα των δημοτικών σχολείων, αυτό το τμήμα ονομάστηκε «Γιάζι». Ονόμασαν έτσι αυτό το τμήμα του Βαροσίου, τα παιδιά της γειτονιάς που έπαιζαν στους πρόποδες τον βουνού, στο αυλάκι Γιάζι. «Τα παιδιά του Γιάζι» ήταν η πρώτη ονομασία της παρέας των παιδιών, που έδωσαν το όνομα Γιάζι σε αυτό το τμήμα του Βαροσίου. Λίγο αργότερα η ονομασία Βαρόσι ξεχάστηκε, αλλά επανήλθε τα τελευταία χρόνια.
Με την ανάπλαση του χώρου που έκανε ο Δήμαρχος Στέφανος Παπαναστασίου, το Βαρόσι έγινε πάλι πόλος έλξης των Φλωρινιωτών, όμως τα ερείπια των παλιών σπιτιών μειώνουν την αρχοντιά του. Παρόλα αυτά το Βαρόσι είναι μια ωραία γειτονιά. Και εμείς που μεγαλώσαμε στο Βαρόσι, αλλά οι περισσότεροι δεν μένουμε εκεί, ιδρύσαμε τον σύλλογο για το περιβάλλον και το πολιτισμό «Το Βαρόσι», ώστε να συνεισφέρουμε και εμείς στον εξωραϊσμό της ιστορικής αυτής γειτονιάς.

Δημήτρης Μεκάσης
10-6-2009

Η γειτονία Βαρόσι και η παλιά αγορά. Μέρος Γ΄. Μεκάσης Δ.


Μετά είναι η οδός Μπιζανίου, όπου παλαιότερα δεν υπήρχαν σπίτια. Αυτά άρχιζαν να χτίζονται μετά το 1900. Ανεβαίνοντας προς τα πάνω, μετά το
Μουσείο ήταν το σπίτι του οικοδόμου Αθανάσιου Σιαπάζου, από τον Ακρίτα. Το σπίτι του γεωργού Στέφανου Σοκλαρίδη, από την Πρέσπα. Μετά είναι ένα αδιέξοδο δρομάκι, όπου έμενε η Κατίνα Τοπάλη, και ο οικοδόμος Χρήστος Καμπέρας, από τα Άλωνα. Πιο ψηλά ήταν τα σπίτια του Γιώργου Δημητριάδη ή Παπά, από το Πολυπόταμο, όπου έμενε και ο γιος του Βαγγέλης Παπάς που ήταν ταχυδρόμος. Δίπλα έμενε ο ξυλουργός Αθανάσιος Φιλίππου, πατέρας του ωρολογά Πέρου Φιλίππου, από το Πολυπόταμο. Συνεχίζοντας την οδό Μπιζανίου ήταν τα σπίτια των μανάβηδων Παντελή και Στέφανου Βαραδίνη, και το σπίτι του Βαγγέλη Ιωαννίδη. Από την άλλη μεριά του δρόμου το τελευταίο σπίτι ήταν του βαρελά Ναούμ Γούτη, από το Πισοδέρι. Πιο κάτω το σπίτι του κτηνοτρόφου Πέτρου Γιουρούκη, από τα Άλωνα. Το μαντρί του βρισκόταν αρκετά χιλιόμετρα έξω από την Φλώρινα στον δρόμο προς τα Άλωνα. Το σπίτι του γεωργού Ηλία Γιούρση ή Κούρτη, από τα Άλωνα. Πιο κάτω το σπίτι του Πασχάλη Σιαλιάκου, από τον Πολυπόταμο. Μέσα στο αδιέξοδο δρομάκι το σπίτι του γεωργού Δημήτρη Κιάντου, από το Βαψώρι. Μετά το υπέροχο σπίτι του πολιτικού μηχανικού Θεόδωρου Νικολαϊδη. Στην γωνία στο ποτάμι, το σπίτι του μαραγκού Δημήτριου Καλταμπάνου, από το Νεοχωράκι. Στην οδό Μπιζανίου τα περισσότερα σπίτια χτίστηκαν από μετανάστες, που γύρισαν από την Αμερική. Στην δεκαετία του 1920 πολλά σπίτια έχτισε και ο εργολάβος Λάζαρος Παπατριανταφύλλου, και τα πουλούσε στους ενδιαφερόμενους.
Μετά την γωνία της οδού Μπιζανίου, συνεχίζοντας τον παραποτάμιο δρόμο προς τα κάτω είναι το σπίτι του Τριαντάφυλλου Καλταμπάνου, και αργότερα τον γιου του Ευάγγελου Καλταμπάνου, αρτεργάτη. Μετά ήταν το σπίτι των αδελφών Κοραΐτσα. O Λάζαρος ήταν τσαγκάρης, ο Αθανάσιος κουρέας και ο Φίλιππος ασάζης (νυχτοφύλακας της αγοράς). Γιος του Φίλιππα ήταν ο γνωστός Μανασής, που έγινε καλόγερος. Μετά ήταν τα σπίτια της οικογένειας Μπούτσκου.
O Ιωάννης Μπούτσκος διατέλεσε και Δήμαρχος Φλώρινας κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Στην γωνία ήταν το σπίτι του Θεόδωρου, Ιωάννη και Δημήτριου Τυρπένου. Στην οδό Καπετάν Ναούμ ήταν το σπίτι του βοσκού Αναστάσιου Μπούτσκου, του Χρήστου Ταλλίδη, του Κώστα Ροσενλή, του Μιχάλη και Στέφανου Σαμαρά, του Αναστάσιου Ιωαννίδη, του Τσούρλη, του Ηλία Τυρπένου και στην γωνία του Αθανάσιου Τυρπένου.
Μετά την γωνία συνεχίζοντας ήταν το σπίτι του Θεόδωρου Ναούμ, και μέσα στο αδιέξοδο στενάκι το σπίτι του Σωτήρη Νικολάου, του Βαγγέλη του ξυλοκόπου, τον Σπύρου Παπαλαζάρου, του Γεώργιου Δαμιανού. Στη συνέχεια στον δρόμο του ποταμού είναι το σπίτι του αξιωματικού Πέτρου Χατζηλάμπρου, όπου στεγάζεται και το εργαστήριο ζωγραφικής του Γρηγόρη Χατζηλάμπρου. Μετά ήταν το σπίτι του Ζαχαρία Κάνεβα, του Θεόδωρου Άλτα, του Γεώργιου Γρούιου, του Ηλία Μποζίνη, του Νικόλαου Σεκέρη, του Φιλιππίδη, του Στέφανσυ και Δημήτριου Λοκμάνη, και όπου σήμερα η καφετέρια και το σπίτι του Θανάση Νικολαΐδη ήταν το σπίτι του Δημήτριου Δημούση, όπου έμενε ο Αλέκος Άσπρος, αλλά και αρκετά χρόνια ο κουρέας Οδυσσέας Παπανέστωρας. Μετά είναι το αδιέξοδο δρομάκι όπου ήταν τα σπίτια του Κώστα Ροσενλή, του Ηλία και του Βασίλη Σιώτη, του Αλέκου, Θανάση, Νικολάκη και Θωμά Παπαθεοδώρου, του Μιχάλη Σαπουντζή, και στην γωνιά προς το ποτάμι το σπίτι του Θέμη και Ανέστη Χάρη, που ανακαινίστηκε πρόσφατα. Συνεχίζοντας τον δρόμο του ποταμού μετά το σπίτι του Χάρη ήταν το σπίτι του Αλέκου (Μπένου) Μπέλλη, του Βασίλειου Παπαγεωργίου και δίπλα στέκει ακόμη το μισογκρεμισμένο σπίτι του Παντελή Νάστη. Ιστορικό αυτό το σπίτι, καθώς από αυτό ο Καπετάν Ναούμης απήγαγε τον τούρκο καϊμακάμη, κατά την διάρκεια ενός γλεντιού, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι μουσουλμάνοι όταν είχαν ραμαζάνι. Η απαγωγή αυτή έγινε το
1881. Μετά ήταν το σπίτι του Αναστάσιου και Ιωάννη Σαπουντζή. Το επόμενο σπίτι είναι το αρχοντικό του Στέργιου (Τέγου) και Ιωάννη Σαπουντζή. O Τέγος Σαπουντζής ήταν ο πρώτος δήμαρχος μετά την απελευθέρωση του 1912. Το αρχοντόσπιτο αυτό χτίστηκε το 1918, από το εργολάβο Δημήτριο Τούση, με γαλάζια πέτρα, από τα λατομεία της Κορυτσάς. Μετά ήταν το γωνιακό σπίτι του Δημήτριου Βαραδίνη, όπου σήμερα η πολυκατοικία του Παύλου και του Ιωσήφ Δάφκου. 'Ενα αδιέξοδο δρομάκι οδηγεί στα σπίτια του Γεώργιου Βερμπελή, του Σπύρου Ασίκη και στο βάθος το κόκκινο αρχοντόσπιτο του Νικόλαου Χάσου, ιατρού και δήμαρχου Φλώρινας προπολεμικά. Πέθανε ως δήμαρχος κατά την γερμανική Κατοχή. Σε αυτό κατοικεί ο γιος τον Νίκος Χάσος, ιατρός, ο οποίος διετέλεσε και δήμαρχος Φλώρινας. Το οικόπεδο αυτό το είχε αγοράσει ο Γρηγόριος Σαπουντζής πεθερός του Νικόλαου Χάσου, όταν ήρθε από την Κέλλη με τα αδέλφια του για να γλυτώσουν από τους βούλγαρους κομιτατζήδες. Το 1905 έχτισε ένα σπιτάκι και τα 1919 έκανε την προέκταση και το σπίτι πήρε την σημερινή του μορφή. Στην γωνία όπου σήμερα το εστιατόριο «Η άλλη όχθη» ήταν το σπίτι του παπά-Χρήστου Παπακωνσταντίνου και του γιου του Νώντα Παπακωνσταντίνου, υπάλληλου της Αγροτικής Τράπεζας. Στην άλλη γωνία ήταν το σπίτι του Πέτρου Βούλτση. Η οδός Γιαννοπούλου οδηγεί στο βουνά. Αυτό το μέρος οι Φλωρινιώτες το ονόμαζαν «Διαμάντι». Πιο πάνω κυλούσε το ποταμάκι Γιάζι και λίγο πιο ψηλά ήταν το εξοχικά καφενείο του Τέγου. Το καφενείο αυτό ήταν το κέντρο της ελληνικής νεολαίας της Φλώρινας, τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Σε αυτά γινόταν όλες οι συναντήσεις και οι μουσικές εκδηλώσεις. Κάτω από τα καφενείο το μέρος ήταν αμφιθεατρικό. Εκεί λοιπόν ο γαλλικός στρατός κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου έφερνε Θεατρικές ομάδες. Ο Θίασος «Κομεντί Φρανσέ» έδωσε πολλές παραστάσεις στο Γιάζι, για τον γαλλικό στρατό και την νεολαία της Φλώρινας. Το μέρος αυτό οι Φλωρινιώτες συνήθιζαν να το ονομάζουν «Γαλλικό Θέατρο».
Μετά το γωνιακά σπίτι του Βούλτσn, στην οδό Γιαννοπούλου ή Διαμάντι, είναι το σπίτι του Ιωάννη Σαμαρά, του Σίμου Κώτσιου και απέναντι παλιά ήταν ένα πανδοχείο. Στην άλλη γωνία στο ποτάμι ήταν το σπίτι του Αθανάσιου Κίγκου.
Συνεχίζοντας τον παραποτάμιο δρόμο, μετά το σπίτι του Κίγκου, είναι τα δυο σπίτια του Δημήτριου Νεδέλκου. Το επόμενο ήταν το σπίτι της Θωμαής Γκέκας, όπου ήπιε καφέ ο γνωστός ηθοποιός Ντίνος Ηλιόπουλος σε μια παραποτάμια βόλτα του, όταν είχε έρθει με κάποιο θίασο στη Φλώρινα, στο τέλος της δεκαετίας του 1950. Το σπίτι του Θεόδωρου (Τόνια) Τσιγαρίδα-Νικολάου ήταν γωνιακό στο αδιέξοδο δρομάκι. Σε αυτό ήταν τα σπίτια της Υπαπαντής Δογούλη, του Λάζου και του Στέφανου Δογούλη, του Νίκου, Γιώργου και του Δημήτρη Κατσάκη και στη γωνία το σπίτι του γουναρά και ζωγράφου Γιώργου Παυλίδη. Μετά ήταν τα σπίτια του Σπυράκη, του Δημήτρη Βέγλη, του Αντώνη Πισίρη, του Αναστάσιου Γρίβα, του Σπύρου Τριανταφύλλου και του Γιώργου Μπούρη. Στη συνέχεια ήταν το 2ο δημοτικό σχολείο και μετά το 1ο δημοτικό σχολείο. Το 1ο δημοτικό σχολείο ήταν το σπίτι του Ιζέτ Πασά, ο οποίος το πούλησε στην ελληνική κοινότητα. Κατασκευάστηκε στην δεκαετία του 1870 και κατεδαφίστηκε το 1979. Το 2ο δημοτικό σχολείο το έχτισε η ελληνική κοινότητα το 1905 και λειτουργεί και σήμερα.
Περνώντας από την μεγάλη γέφυρα, απέναντι υπάρχει μια παλιά πολυκατοικία, όπου κάποτε ήταν το σπίτι του Σίμου Τεμέλκου, όπου έμενε ο δάσκαλος Ιωάννης Δουγιάκης, από το Μοναστήρι. Το διπλανό σπίτι, που υπάρχει και σήμερα ήταν επίσης του Σίμου Τεμέλκου ή Φιλίππου, όπου κάποτε στεγάστηκε το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Φλώρινας, της Στέγης Φιλοτέχνων. Μετά ήταν το σπίτι του Χρήστου Σίσκου. Το σπίτι του Αντώνη Καραφυλλίδη ερειπωμένο σήμερα, και στο βάθος το σπίτι της Πάσω Καραφυλλίδου, που είχε πάπιες στο ποτάμι και γατιά στην αυλή της. Το σπίτι του Παπακωνσταντίνου, όπου έμεναν η Χρυσώ και ο σύζυγός της, ο μαέστρος Λάκης Αθανασίου. Το σπίτι και το εργαστήριο του Ζωγράφου Στερίκα Κούλη. Το σπίτι του Λάζαρου Ανδρέου, που είναι οικόπεδο σήμερα, το σπίτι του Γραικού και στο βάθος το σπίτι του Σταύρου Σάββα ή Μαλελή. Το σπίτι των αδελφών Αθανάσιου και Λάζαρου Σαπουντζή και μετά το γωνιακό αρχοντόσπιτο του Ιωάννη και του γιου του Τοτό Σαπουντζή, που χτίστηκε το 1905. Κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την περίοδο 1916-18, σε αυτό το σπίτι στεγάστηκε η Λέσχη αξιωματικών του γαλλικού στρατού. Έξω από την Λέσχη σύχναζαν πολλά παιδιά, που κρατούσαν τα άλογα των γάλλων αξιωματικών, τα πότιζαν στο ποτάμι και εισέπρατταν τα φιλοδωρήματα. Αλλά και o σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος γύρισε μέσα σε αυτό το σπίτι κάποιες σκηνές της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού».

Κέιμενο: Δημήτρης Μεκάσης

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Η γειτονιά Βαρόσι και η παλιά αγορά . Μέρος Β΄. Μεκάσης Δ.


Όσο για τον χώρο της αγοράς, αν γυρίσομε πάλι πίσω τον χρόνο, τότε που το Βαρόσι πυκνοκατοικήθηκε και άρχισε να σχηματίζεται η νέα πόλη, η πόλη της Φλώρινας, δημιουργήθηκε η ανάγκη ενός χώρου αγοράς, αλλά και χώρος συγκέντρωσης και πλατείας. O χώρος αυτός δημιουργήθηκε στην δυτική μεριά του Βαροσίου, όταν η πόλη άρχισε να επεκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Σε αυτόν τον χώρο γινόταν η λαϊκή αγορά, μια φορά την εβδομάδα, εδώ γινόταν οι συναθροίσεις των κατοίκων της νέας πόλης, και εδώ υπήρχαν όλα τα δημόσια κτήρια. Κάπως έτσι ήταν η Φλώρινα, όταν την κατέλαβαν οι τούρκοι, οι οποίοι δεν άλλαξαν τίποτε, εκτός από τους λατρευτικούς χώρους, καθώς και την «αγορά», που την μετονόμασαν σε παζάρι. Το παζάρι ήταν ένας άδειος χώρος, και καταλάμβανε την έκταση του σημερινού κτηρίου του Αριστοτέλη», αλλά και τους δρόμους γύρω από το κτήριο. Εκεί οι αγρότες παραγωγοί έστρωναν τα τσουβάλια στο χώμα και τοποθετούσαν πάνω σε αυτά τα προϊόντα τους. Κάποτε τοποθετήθηκαν και μικρά υπόστεγα, τα «σεργιά», όπου λίγοι μικροπωλητές και οι παραγωγοί στεγαζόταν κάτω από αυτά. 'Οταν όμως έγινε καϊμακάμης ο Ταχσίν Ουζέρ έχτισε μια σειρά μαγαζιών, εκεί που σήμερα βρίσκεται το κτήριο του «Αριστοτέλη» και εκεί στεγάστηκαν μερικές αποθήκες σιτηρών (αμπάρια), αλλά και τα κρεοπωλεία, κοντά στην σημερινή μεγάλη γέφυρα. Κάτω από την γέφυρα, στο ποτάμι έσφαζαν οι χασάπηδες τα ζώα, και τα σφαχτά τα κρεμούσαν σε τσιγκέλια στα μαγαζιά τους. Το κρέας που δεν πουλιόταν την ημέρα του παζαριού δεν μπορούσαν να το συντηρήσουν, αφού δεν υπήρχαν τα μέσα, και το έκαμναν λουκάνικα. Ό,τι περίσσευε, το έκαμναν κομματάκια και το έριχναν σε μια στάμνα, την οποία έδιναν στο φούρνο της γειτονιάς. Και όταν το κρέας είχε ψηθεί στην στάμνα, αλλά και το παζάρι είχε τελειώσει, οι χασάπηδες ετοίμαζαν το γλέντι τους. Καλούσαν τούς τουρκόγυφτους οργανοπαίκτες από τον Γύφτικο Μαχαλά, έφερναν τσίπουρο και κρασιά και έσπαγαν την στάμνα πάνω σε ένα τραπέζι. Το καλοψημένο κρέας μέσα στην στάμνα μοσχομύριζε. Άριστος μεζές. Το τσίπουρο και το κρασί έρεε άφθονο και χόρευαν ασταμάτητα για αρκετές ώρες. Το γλέντι αυτό των χασάπηδων γινόταν συχνά στην παλιά αγορά μετά το παζάρι, καθώς όλοι ήταν χαρούμενοι και οι τσέπες τους γεμάτες χρήματα, επειδή μόνο την ημέρα του παζαριού εργαζόταν και έβγαζαν αρκετά χρήματα για να ζήσουν τις υπόλοιπες ημέρες, μέχρι το επόμενο παζάρι.Το 1924 όμως, λειτούργησε η νέα Δημοτική Αγορά, όπου βρίσκεται και σήμερα. Η παλιά αγορά εγκαταλείφτηκε. Ο Δήμος Φλώρινας όμως έστησε μια ξύλινη εξέδρα, όπου παιάνιζε κάθε Κυριακή η μπάντα του «Ορφέα», αλλά και ο ζαχαροπλάστης Δημήτριος Γιάτας (Σπουδαίας) νοίκιασε ένα από τα μαγαζιά της αγοράς και λειτούργησε το δεύτερο ζαχαροπλαστείο του. Ο χώρος της παλιά αγοράς άρχισε να γίνεται χώρος αναψυχής, και μαζευόταν πολύς κόσμος, που έκαμνε βόλτες στο Βαρόσι και σταματούσε στην παλιά αγορά για να ακούσει την μπάντα, κάθε Κυριακή. Λίγο αργότερα ο Δήμος Φλώρινας κατεδάφισε όλα τα μαγαζιά που είχε χτίσεt ο Ταχσίν Ουζέρ, και έφτιαξε ένα πάρκο με δένδρα, λουλούδια και παγκάκια. 'Ένας περιφραγμένος χώρος με υπεύθυνο κηπουρό, μια όαση μέσα στην πόλη, που οι Φλωρινιώτες τότε, το πάρκο αυτό, το ονόμασαν «Άλσος». Το καταπράσινο αυτό κομμάτι της πόλης με τα σπάνια φυτά και άνθη, καταστράφηκε κατά την γερμανική Κατοχή, καθώς οι γερμανοί χρησιμοποίησαν τον χώρο, ως όρχο για την στάθμευση των αυτοκινήτων. Στην δεκαετία του 1950, ο Δήμαρχος Παντελής Παπαθανασίου, έκανε ένα διαφορετικό πάρκο, με παρτέρια λουλουδιών και κυπαρισσιών και περίφραξη. Το πάρκο στο εσωτερικό του ήταν άδειο και σκόπιμα έγινε αυτό για να κάνουν το μάθημα της γυμναστικής οι μαθητές του γυμνασίου. Το απόγευμα, το πάρκο γέμιζε αγόρια, όπου έπαιζαν ποδόσφαιρο μέχρι το βράδυ. Αλλά και αυτό το πάρκο παραμελήκε και λίγο αργότερα παραχωρήθηκε στον «Αριστοτέλη», και το καλοκαίρι του 1979 άρχισαν οι εργασίες ανέγερσης του κτηρίου του συλλόγου.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας ο χώρος αυτός ονομαζόταν Παζάρι, οι τούρκοι όμως το ονόμαζαν και «Φασούλ Παζάρ», καθώς τα φασόλια πουλιόταν όλες τις εποχές τον χρόνου. Το 1915 ο Δήμος Φλώρινας τον χώρο αυτό τον ονόμασε «πλατεία Ερμού», επειδή όλο το εμπόριο της πόλης και της ευρύτερης περιοχής εκεί γινόταν. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η ήσυχος αυτός χώρος μετονομάστηκε σε «πλατεία Ρούσβελτ», προς τιμή του αμερικανού προέδρου, και τα τελευταία χρόνια μετονομάστηκε σε «πλατεία των Επτά Ηρώων 1944».
Με σημείο αναφοράς την πολυκατοικία του Θάνου Κάπτση, όπου το σούπερ μάρκετ «Γρηγοριάδης», εκεί κάποτε ήταν το σπίτι κάποιων τούρκων αδελφών, που ήταν ωρολογάδες και το μαγαζί τους το είχαν εκεί που είναι η οικία Μιχαήλ Μεκάση. Οι τούρκοι ωρολογάδες συντηρούσαν και το ρολόι στον πύργο τον ρολογιού, αλλά και ήταν υπεύθυνοι του πτωχοκομείου (Ιμαρέτι),που βρισκόταν δίπλα στο γωνιακό σπίτι τους. Μετά είναι η οδός Παπακωνσταντίνου Νερέτης, και εκεί στην γωνία όπου σήμερα είναι η οικία Αλεξάνδρας Μιχαήλ ήταν ένα τούρκικο αμπάρι. Τα αμπάρια ήταν σιταποθήκες. Δίπλα ήταν το αμπάρι του Χρήστου Μήρτσου. Το επόμενο μαγαζί ήταν το μπακάλικο του Λάζαρου Τσάμη και στην γωνία το καφενείο του Μαήζη. Πάνω από το καφενείο ήταν η οικία του αδελφού του Παντελή (Παντούση) Τραγιαννού. Στο επόμενο σπίτι έμεναν οι αδελφοί Γρηγόριος, Βασίλειος, Στέφανος, Θεόδωρος, Θωμάς, Ευάγγελος, Σωκράτης, Γαβριήλ Σωφρόνης και Μηνάς Τραγιαννίδης, οι περισσότεροι ήταν αμαξάδες και στο ισόγειο ο Γιώργος Κουφόπουλος, από τις 40 Εκκλησιές. Το τριώροφο σπίτι του Λάζαρου Πέιου, που ερειπωμένα υπάρχει και σήμερα, στο ισόγειο ήταν το κατάστημα αλατζάδων και άλλων υφασμάτων του ιδίου. Μετά ήταν η είσοδος και ένα στενόμακρο δρομάκι που οδηγούσε στο κέντρο του τετραγώνου, όπου ήταν η οικία του Φίλιππου Μπραγιάννη. Σε αυτά το σπίτι αργότερα έμενε ο Γεώργιος Τσαλαγιώργος. Το σπίτι αυτό υπάρχει και σήμερα και ανήκει στη 'Εφη Καρανάσου. Στην γωνία, στο ποτάμι ήταν το σπίτι του γαλατά Ιορδάνη Λουκά.
Περνώντας την μεγάλη γέφυρά, στην άλλη μεριά του ποταμού, εκεί που αρχίζει ο Γύφτικος Μαχαλάς, που μερικοί τον έλεγαν και Άνω Μαχαλά, από την γωνία του σπιτιού του Κiτσου και μέχρι το σημερινό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, η σειρά αυτή των σπιτιών χτίστηκε λίγο πριν και λίγο μετά το 1900, και ήταν προέκταση του Βαροσίου. Παλαιότερα εκεί δεν υπήρχαν σπίτια. Πίσω στο βουνό ήταν το λατομείο του Μεχμέτ Αλή και κάτω περνούσε το αυλάκι των μύλων, που ονομαζόταν «Γιάζι». Συνεχίζοντας προς τα κάτω, με την ροή του ποταμού, μετά το γωνιακά σπίτι του Κiτσου ήταν το σπίτι του Κωνσταντίνου Τάσιου. Στη συνέχεια τα τρία σπίτια με κοινή αυλή, του Θεόδωρου Βογιατζή, του Λάμπου Βογιατζή και του Παντελή Βογιατζή, όπου ο γνωστός σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος γύρισε αρκετές ταινίες. Μετά από αυτά τα σπίτια, το Γιάζι, που έρεε στον δρόμο συνέχιζε ρέοντας στους πρόποδες τους βουνού, πίσω από το σπίτι του Λάζαρου Νότη, που υπάρχει και σήμερα. Πίσω από το σπίτι του Νότη και κάτω από το γκρεμό του λατομείου υπήρχε ένα σπιτάκι, όπου ο γαλλικός στρατός, κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, είχε τοποθετήσει μια γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος. Ήταν η πρώτη γεννήτρια που φωταγώγησε με ηλεκτρικό ρεύμα τα σπίτια, όπου είχαν στεγαστεί επιτελικά γραφεία, αλλά και τα δωμάτια των αξιωματικών. Μετά ήταν το σπίτι του Σίσκου. Σήμερα ερειπωμένο, παλιά όμως κάτω ήταν το παντοπωλείο του Σίσκου και πάνω το σπίτι του. Στην δεκαετία του 1920, έκλεισε το μαγαζί του και το έκανε δωμάτιο. Το σπίτι πήρε την σημερινή του μορφή. Το σπίτι αυτό, από το 1940 μένει ακατοίκητο. Μετά είναι το σπίτι των αδελφών Κυριάκου και Νικόλαου Πέιου, που ήταν γεωργοί. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ιδιοκτησία Ιωάννη Γούναρη, νοικιάστηκε από πολλούς. O γιατρός Κωνσταντίνου Μιχαήλ, γνωστός ως «Μόναχος» και ο αδελφός του που ήταν οικονομολόγος έμειναν σε αυτό πολλά χρόνια, αλλά και σύλλογος «Αριστοτέλης» στεγάστηκε εκεί για πολλά χρόνια.

Κείμενο: Δημήτριος Μεκάσης

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Η Γειτονιά Βαρόσι και η παλιά αγορά. Μέρος Α΄. Μεκάσης Δ.


Στην αρχαία εποχή, η έκταση που καταλαμβάνει η πόλη της Φλώρινας, ήταν αμπέλια, χωράφια και λιβάδια. Ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται, κάθε φορά που σκάβουν για τα θεμέλια των νέων πολυκατοικιών, δεν βρίσκουν πουθενά αρχαία αντικείμενα ή κάποια σημάδια που να φανερώνουν την ύπαρξη κτισμάτων. Υπήρχε όμως ο δρόμος, που ερχόταν από τα ανατολικά, περνούσε από το Αρμενοχώρι, συνέχιζε περνώντας από τις σημερινές οδούς Ιωάννη Άρτη, Παύλου Μελά, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ηπείρου και Κοντοπούλου, και πριν τα Άλωνα έπαιρνε τον φιδωτό ανήφορο, περνούσε πάνω από τα Άλωνα και έφτανε στην Βίγλα, με κατεύθυνση προς τα δυτικά. Ο δρόμος κάποτε έγινε αμαξιτός, ώστε να περνάν άμαξες με τα εμπορεύματα. Ήταν ο Κεντρικός δρόμος, που περνούσε μέσα από την σημερινή πόλη, που τότε υπήρχαν μόνο αμπέλια και χωράφια των κατοίκων που έμεναν στην περιτειχισμένη πόλη στον λόφο. Δεν γνωρίζουμε το όνομα της. Σήμερα τον αρχαιολογικό χώρo, όπου είναι τα ερείπια της αρχαίας πόλης, τον ονομάζουμε «ελληνιστική πόλη». Ο δρόμος προς την αρχαία πόλη είναι ο ίδιος ο σημερινός που οδηγεί σε αυτή. Η αρχαία πόλη όμως είναι λίγο μακριά από το κεντρικό δρόμο, γεγονός που φανερώνει, ότι τα πρώτα κτίσματα, που χτίστηκαν στον Κεντρικό δρόμο ήταν κάποια πανδοχεία, για τους ταξιδιώτες. Τα πανδοχεία του Κεντρικού δρόμου πρόσφεραν ύπνο και φαγητό για τους ταξιδιώτες, και στάβλισμα για τα ζώα τους. Μέσα στις αυλές τους λειτουργούσαν πεταλωτήρια και καροποιεία για επισκευές, αλλά και παντοπωλεία, από όπου μπορούσαν να αγοράσουν προμήθειες οι ταξιδιώτες.
Η αρχαία πόλη στο λόφο καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά τον 1ο αιώνα μ.Χ., όπως μας πληροφορούν οι αρχαιολόγοι, και δεν κατοικήθηκε μετά την καταστροφή της. Παρέμεινε όμως το φρούριο της, ως στρατιωτικό οχυρό. Την πρώτη γραπτή μαρτυρία μας την έδωσε ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο οποίος αναφέρει «το φρούριο του Χλερηνού», μερικά χρόνια πριν την εισβολή των τούρκων. Το φρούριο αυτό παρέμεινε μέχρι το 1382, και όταν οι τούρκοι κατέκτησαν την περιοχή, κατεδάφισαν το φρούριο, όπως και ολα τα άλλα φρούρια της περιοχής μας, για λόγους ασφαλείας.
Δεν γνωρίζομε πότε χτίστηκε η πόλη της Φλώρινας στην σημερινή της θέση. Από τις μελέτες όμως του συμπολίτη μας, αρχιτέκτονα, Αινεία Οικονόμου, ο οποίος μελέτησε τον πολεοδομικό ιστό της πόλης, πυρήνας και πρώτος οικισμός της Φλώρινας είναι η γειτονιά Βαρόσι. Είναι η περιοχή που περικλείεται από τις οδούς Μεγάλου Αλεξάνδρου, 25ης Μαρτίου, το κτήριο του «Αριστοτέλη», και τα σπίτια που βρίσκονται από την άλλη μεριά του ποταμού προς τους πρόποδες του βουνού. Αυτή ήταν η πρώτη γειτονιά της Φλώρινας και γύρω από αυτήν επεκτάθηκε η πόλη.
Δεν γνωρίζουμε πότε και από ποιούς ονομάστηκε η γειτονιά αυτή, Βαρόσι. Δεν υπάρχει καμία γραπτή μαρτυρία ξένου περιηγητή, παρά μόνο οι προφορικές μαρτυρίες από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Στα αρχεία της Μητρόπολης αναφέρεται το Βαρόσι, στον κατάλογο ενοριών του 1905. Τι σημαίνει όμως η λέξη «Βαρόσι»; Στο λεξικό του Ησύχιου, η λέξη «βάρις» σημαίνει πλοίο ή τείχος ή στοά ή πύργος ή οικία. Στα τούρκικα η λέξη «varos», που η προέλευση της είναι ουγγρική, σημαίνει το κατοικημένο μέρος της πόλης που βρίσκεται έξω ή γύρω από το φρούριο της πόλης. Ο βούλγαρος ακαδημαϊκός Νικολάι Τοντόροφ, που ασχολήθηκε με την βαλκανική πόλη, υποστηρίζει ότι κατά τον Μεσαίωνα «Βαρόσι» σήμαινε το προάστιο της βαλκανικής πόλης, και κατά την οθωμανική περίοδο Βαρόσι ήταν το χριστιανικό τμήμα της πόλης. Το Βαρόσι της Φλώρινας είχε όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις. Ήταν κάποτε προάστιο της αρχαίας πόλης, ήταν έξω από τα τείχη της, κατοικούταν από πολλούς χριστιανούς και λίγους τούρκους, και είχε και δυο πύργους.
Από τις προφορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι μετά το 1850, το Βαρόσι είχε πολλά μικρά ξύλινα σπίτι όπου κατοικούσαν οι χριστιανοί, και μεγαλύτερα σπίτια με μεγάλες αυλές, όπου κατοικούσαν οι τούρκοι. Το ποτάμι δεν είχε τοίχους και τα γεφύρια ήταν ξύλινα. Υπήρχαν δυο πύργοι (κουλάδες) πλούσιων τούρκων, δυο τζαμιά, το ένα στο σταυροδρόμι και το άλλο στη αγορά, ένας τεκές, υπήρχε ένα ξύλινο τριώροφο κτήριο όπου στεγαζόταν η Μητρόπολη, στο ίδιο μέρος που είναι και σήμερα, υπήρχε το Τσαρσί με τα μαγαζάκια, το τούρκικο Δημαρχείο, τα βυζαντινά λουτρά και στην άκρη του Βαροσίου, το παζάρι. Μετά το 1905 το Βαρόσι άλλαξε όψη. Ο Καϊμακάμης Ταχσίν Ουζέρ κατασκεύασε τους τοίχους του ποταμού, η ελληνική κοινότητα αγόρασε το αρχοντικό σπίτι του Ιζέτ Πασά και την τεράστια αυλή του, όπου έχτισε άλλο ένα οικοδόμημα και στεγάστηκαν το ελληνικό δημοτικό σχολείο και το οικοτροφείο. Η βουλγάρικη παράταξη έχτισε τον ναό του Αγίου Παντελεήμονος και ένα κτήριο, όπου στεγάστηκε το βουλγάρικο γυμνάσιο και οικοτροφείο. Απέναντι από το βουλγάρικο γυμνάσιο στην άλλη όχθη, η ρουμάνοι νοίκιασαν ένα σπίτι κα λειτούργησαν του ρουμάνικο σχολείο.
Ήταν η εποχή των εθνικών κρατών, και όλοι περίμεναν την διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στο Βαρόσι, δηλαδή στο κέντρο της πόλης, η ελληνική κοινότητα είχε να αντιμετωπίσει όλες τις ξένες προπαγάνδες. Κυρίως την βουλγάρικη και λιγότερο την ρουμάνικη. Οι συγκρούσεις των νεαρών μαθητών ήταν συχνές, καθώς τα σχολεία τους βρισκόταν στην ίδια γειτονιά. Στο ελληνικό δημοτικό σχολείο, οι δάσκαλοι παρακινούσαν τους μαθητές να επιτίθενται στους μαθητές του βουλγάρικου σχολείου και έλεγαν συχνά: «όποιος σπάσει βουλγάρικο κεφάλι με πέτρα παίρνει άριστα στο μάθημα της γυμναστικής». Το ίδιο όμως έλεγαν και δάσκαλοι του βουλγάρικου σχολείου με αποτέλεσμα όλοι οι μαθητές να παίζουν πετροπόλεμο στους παραποτάμιους δρόμους. Οι Βαροσιάνοι ήταν πρώτοι στα γράμματα, δηλαδή όλοι πήγαιναν στο σχολείο, τότε που δεν ήταν υποχρεωτικό, αλλά και πρώτοι στις αταξίες. Το πολεμικό τραγούδι: «Το Βαρόσι ρόσι ρόσι ρόσι, τα σπάνει όλα και δεν δίνει γρόσι», το τραγουδούσαν ζωηρά, πριν επιτεθούν στους αντιπάλους. Αυτά συνέβαιναν στο Βαρόσι τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας.

Κείμενο: Δημήτριος Μεκάσης