Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Η γειτονιά Τσεκούρι. Κείμενο του Δημητρίου Μεκάση

Η οδός Καλλέργη κυρίως, αλλά και οι κάθετοι δρόμοι Νικολούδη και Παπασταύρου, ήταν κάποτε η γειτονιά Τσεκούρι. Εκεί τελείωνε η πόλη προς τον βορρά, και πιο πάνω στην πλαγιά του βουνού ήταν λιβάδια και διάσπαρτοι μουσουλμανικοί τάφοι.
Δεν είναι πολύ παλιά γειτονιά. Από τις προφορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι η γειτονιά αυτή κατοικήθηκε πριν το 1800, από κατοίκους της γειτονιάς Βαρόσι. Φαίνεται ότι στο Βαρόσι δεν υπήρχαν διαθέσιμα σπίτια, καθώς ο χριστιανικός πληθυσμός αυξάνονταν, με αποτέλεσμα οι τούρκοι να πουλήσουν χωράφια για να χτιστούν τα πρώτα σπίτια αυτής της νέας γειτονιάς. Το Τσεκούρι ήταν πάντα μια χριστιανική γειτονιά.
Η τούρκοι την ονόμαζαν Τσουκούρ - Μαχαλά, που σημαίνει «η γειτονιά του λάκκου». Ίσως εννοούσαν το βαθούλωμα που υπήρχε στον σημερινό χώρο της Δημοτικής Αγοράς. Το πιθανότερο όμως ήταν η ύπαρξη του μουσουλμανικού νεκροταφείου, που υπήρχε πάνω στην πλαγιά, και μάλλον με την λέξη «τσουκούρ» που σημαίνει λάκκος εννοούσαν τους λάκκους των τάφων. Υπάρχει άλλο ένα σημαντικό στοιχείο, που συνηγορεί σε αυτήν την εκδοχή. Εκεί που τελειώνει η οδός Λοχαγού Μόδη και αρχίζει ο ανηφορικός δρόμος, ανάμεσα από τα σημερινά σπίτια του Γκέσου και του Καλογήρου, υπήρχε ένα μεγάλο κομμάτι βράχου. Είχε μήκος περίπου τρία μέτρα και πλάτος ένα μέτρο, ήταν γρανίτης και είχε σχήμα παραλληλογράμμου. Ήταν σαν ένα μεγάλο στενόμακρο τραπέζι, που οι μουσουλμάνοι πίστευαν ότι είχε πέσει από τον ουρανό. Τους ιερούς αυτούς μετεωρίτες οι μουσουλμάνοι τους ονόμαζαν «μπετέλ». Πάνω σε αυτόν το βράχο οι μουσουλμάνοι τοποθετούσαν τους νεκρούς τους, τους διάβαζαν και στην συνέχεια έπαιρναν το ανηφορικό δρομάκι, που οδηγούσε στα μνήματα. Το μέρος αυτό οι χριστιανοί το ονόμαζαν «Γκορνίτσκα», όπου σήμερα βρίσκεται η οδός Γρεβενών.
Στον κατάλογο των Ενοριών της Μητροπόλεως Φλωρίνης, του έτους 1907, η ενορία αναγράφεται ως «Σολάκ - Τσεσμέ», που σημαίνει στα τούρκικα «Η βρύση του αριστερόχειρα». Κανείς όμως από τους σημερινούς κατοίκους δεν είχε ακούσει ποτέ να ονομάζεται έτσι η Ενορία τους. Κάποτε όμως ένα παλιός κάτοικος αυτής της γειτονιάς μου είχε αφηγηθεί μια ιστορία, που ίσως είναι αληθινή. Μου είχε πει πως υπήρχε μια βρύση έξω από τον φούρνο του Βασδέκη, στην σημερινή οδό Καλλέργη, κοντά στο σημερινό ακατοίκητο σπίτι του Δημάρχου Παντελή Παπαθανασίου. Την βρύση αυτή οι χριστιανοί την ονόμαζαν «'Ιζβορι», και ήταν σαν πηγαδάκι, καθώς έπρεπε κανείς να κατέβει μερικά σκαλοπατάκια για να φτάσει στον σωλήνα, που έτρεχε το νερό. Κάτω από τον σωλήνα ήταν μια γούρνα που συγκεντρωνόταν το τρεχούμενο νερό, και με πήλινους σωλήνες έρεε στον χώρο όπου σήμερα η Δημοτική Αγορά, που βρισκόταν πιο χαμηλά και σχημάτιζε λάκκο. Από αυτή την βρύση πήρε η Ενορία το όνομά της ως «Σολάκ -Τσεσμέ» και όλη η γειτονιά, ως γειτονιά το «Τσεκούρι». Πιο σωστή όμως είναι η ονομασία «Τσολάκ Τσεσμέ», που σημαίνει «η βρύση του μονόχειρα», εξαιτίας ενός φριχτού γεγονότος που συνέβη ίσως στα μέσα του 19ου αιώνα, και όξυνε το μίσος μεταξύ των χριστιανών και μουσουλμάνων. Τι συνέβη; Ένας Τούρκος με μερικά γαϊδούρια φορτωμένα με καυσόξυλα έφτασε σε αυτή την γειτονιά, και όταν συνάντησε ένα νεαρό χριστιανό τον διέταξε να έρθει μαζί του να του ξεφορτώσει τα ξύλα και με ένα τσεκούρι να τα τεμαχίσει. Τότε οι τούρκοι ήταν αφέντες και οι χριστιανοί ραγιάδες. Κατά την παράδοση ο χριστιανός έπρεπε να υπακούσει στις εντολές του Τούρκου. 0 χριστιανός όμως αρνήθηκε και ο
Τούρκος τον ξυλοκόπησε μέχρι που ο νεαρός χριστιανός έπεσε κάτω λιπόθυμος. 0 Τούρκος πήρε το τσεκούρι και του σακάτεψε το δεξί χέρι, και έτσι λιπόθυμο τον πέταξε μαζί με το τσεκούρι, μέσα στην γούρνα της βρύσης 'Ιζβορι, που βρισκόταν μπροστά από τον φούρνο του Βασδέκη. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός, οι τούρκοι πανηγύριζαν, επειδή με αυτόν τον τρόπο τιμωρούσαν τους χριστιανούς ραγιάδες που δεν ήταν υπάκουοι. Και για να Θυμούνται αυτό το γεγονός ονόμασαν την βρύση «Σολάκ - Τσεσμέ», δηλαδή την «βρύση του αριστερόχειρα», και αν προσθέσεις ένα «Τ» γίνεται «Τσολάκ-Τσεσμέ», που σημαίνει η «βρύση του μονόχειρα». Αντίθετα οι χριστιανοί για να Θυμούνται το γεγονός άλλαξαν λίγο το όνομα της γειτονιάς και από «Τσουκούρ - Μαχαλά», ονόμασαν την γειτονιά τους «Τσεκούρι» για να θυμούνται το τσεκούρι που πετάχτηκε μαζί με τον νεαρό χριστιανό στην βρύση. Η ιστορία αυτή φαίνεται αληθινή. Οι χριστιανοί όμως επέμεναν να ονομάζουν την βρύση «'Ιζβορι», ενώ οι μουσουλμάνοι «Σολάκ - Τσεσμέ». Η βρύση αυτή καταστράφηκε, όταν ο Δήμος Φλώρινας κατασκεύασε το κεντρικό υδραγωγείο.
Υπήρχε άλλη μια βρύση σε αυτή την γειτονιά, που την προτιμούσαν, επειδή το νερό της ερχόταν από το βουνό. Την βρύση αυτή την ονόμαζαν «Γραμπέλιτσα» και βρισκόταν κοντά στο σπίτι του Γκέσου, στο σημερινό σταυροδρόμι των οδών Πέλλης, Αρριανού και Ολυμπιάδος.
Στη γειτονιά Τσεκούρι, από παλιά ξεχώριζε η οικογένεια Παπαθανασίου. Πολλοί Θυμούνται τον δραστήριο Δήμαρχο Παντελή Παπαθανασίου, που μας έχει αφήσει ένα εξαιρετικό άρθρο στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αριστοτέλης», όπου αναφέρει σημαντικά γεγονότα για την κατάσταση στη Φλώρινα, στα τέλη του 19ου αιώνα. O παππούς του ήταν ιερέας, όπως και ο πατέρας του, ο Αθανάσιος Παπαθανασίου, που αργότερα έγινε αρχιμανδρίτης, και συμμετείχε στην επιτροπή, που την 6η Νοεμβρίου του 1912, από τα βουνά έφτασαν στο Αμύνταιο, όπου συνάντησαν τον ελληνικό στρατό για να τους αναγγείλουν να επιταχύνουν την προέλασή τους και να ελευθερώσουν την Φλώρινα, πριν φτάσει ο σερβικός στρατός.
Αλλά και ο Παντελής Παπαθανασίου ήταν δραστήριος άνθρωπος. Νέος ακόμη, πριν το 1912, μετά από ένα γλέντι πήρε μερικούς νεαρούς, που έπαιζαν μουσικά όργανα και πήγε έξω από το τούρκικο Δημαρχείο, όπου τραγούδησε τον ελληνικό Εθνικό Ύμνο, με την συνοδεία των μουσικών οργάνων. Η τουρκική αστυνομία τον συνέλαβε και τον έκλεισε στις φυλακές του Μοναστηρίου. Με ενέργειες όμως του Μητροπολίτη και των ελλήνων προεστών τον άφησαν ελεύθερο. Ήταν ιδρυτικό μέλος του μουσικού συλλόγου «Ορφέας», αλλά και εκδότης της εφημερίδας «ΕΜΠΡΟΣ». O Παντελής Παπαθανασίου πολιτεύτηκε με τον Φίλιππο Δραγούμη και εξελέγη βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος το 1920. Αργότερα, το 1951, εξελέγη Δήμαρχος Φλώρινας, δυο τετραετίες, μέχρι το 1959.
Μέχρι το 1924, που οικοδομήθηκε η Δημοτική Αγορά, η γειτονιά Τσεκούρι ήταν μια απομονωμένη γειτονιά στην βόρεια άκρη της πόλης, στους πρόποδες του βουνού. Μετά όμως, η γειτονιά αυτή ενώθηκε με την Δημοτική Αγορά και σχηματίστηκαν νέοι δρόμοι, που οδηγούσαν στον κεντρικό δρόμο. Το Τσεκούρι άλλαξε και αναβαθμίστηκε, καθώς η επικοινωνία με τον κέντρο ήταν πιο εύκολη.

Σε αυτή την γειτονιά κατοίκησαν πολλοί, άλλοι ως ιδιοκτήτες και άλλοι ως ενοικιαστές και είναι αδύνατο να καταγραφούν όλοι. Στην πάνω γωνία των οδών Καλλέργη και Στ. Δραγούμη ήταν τα καταστήματα οικοδομικών υλικών του Θωμά και του Περικλή Μηλώση, και οι οικίες τους. Στη συνέχεια στην οδό Καλλέργη ήταν η οικία του αυτοκινητιστή Τάκη Μαΐζη. Το αρτοποιείο του Κώτση Μπούτσιου και στο βάθος της αυλής το σπίτι του. Κάθετα είναι το δρομάκι, η σημερινή οδός Παπασταύρου Τσάμη. Ανεβαίνοντας αυτή την οδό στην δεξιά μεριά μετά τον γωνιακό φούρνο ήταν το σπίτι του γεωργού Ηλία Κάπτση. Μετά ήταν μια μικρή στενόμακρη είσοδος και στο βάθος το σπίτι των αδελφών Ευάγγελου, Πέτρου και Αθανάσιου Κλιγκάτση. Το σπίτι του Θαλή Κλιγκάτση, αρτεργάτη. Το σπίτι των περιπτεράδων Χαράλαμπου και Ιωάννη Νάτση. Το σπίτι της Ολυμπίας Δημητρίου, που ζούσε στην Αμερική, και το νοίκιαζε. Σε αυτό έμειναν πολλοί, όπως ο Λάζαρος Χάσος και άλλοι. Στην γωνία, στην οδό Αρριανού έμενε ο μπακάλης Πέτρος Χασόπουλος. Στο ίδιο σπίτι αργότερα έμενε ο Ευάγγελος Σιούτης. Στην απέναντι γωνία έμενε ο ψιλικατζής Λάζαρος Σπύρου, και κατεβαίνοντας την οδό Παπασταύρου Τσάμη, πιο κάτω έμενε ο ηλεκτρολόγος Βύρων Αποστόλου, ο δικαστικός υπάλληλος Μιχάλης Κόκκος και ο δημοσιογράφος Τηλέμαχος Κόκκος μετά ήταν το σπίτι του Λεωνίδα Γρηγορίου, το σπίτι του Παντελή Παπαδάμου, το σπίτι του Γεώργιου Αργυρόπουλου και των γιων του Ευάγγελο και Ιωάννη. 0 Ιωάννης Αργυρόπουλος ήταν φαρμακοποιός και διορίστηκε Δήμαρχος Φλώρινας, την περίοδο 1972-74. Συνεχίζοντας, πιο κάτω ήταν το σπίτι του Χρήστου Μεράκη, όπου μετά έμενε ο γαλακτοπώλης Θεόδωρος Πιτίκας, και κάτω στην γωνία το σπίτι του Κώστα Μανίκα, πράκτορα ταξιδιών. Συνεχίζοντας την οδό Καλλέργη μετά την γωνία ήταν το σπίτι και το τσαγκαράδικο του Αναστάσιου Παπακωνσταντίνου, το σπίτι του έμπορου Σταύρου Παγίνα, που υπάρχει και σήμερα, το σπίτι του σερβιτόρου Θεόδωρου Τσώνα, το σπίτι του Νικόλαου Τέρπκου, που ήταν μετανάστης στην Αμερική, το σπίτι του Ραπτόπουλου, και στην γωνία όπου κάποτε στεγαζόταν το Ταχυδρομείο ήταν το σπίτι του Χρήστου και Γεώργιου Τέρπκου, όπου αργότερα έμεναν ο καφετζής Γεώργιος Πραπαβέσης και ο αδελφός του Ευάγγελος. Ανεβαίνοντας την οδό Νικολούδη, από την δεξιά μεριά μετά την γωνία ήταν το σπίτι του μπακάλη Αναστάσιου Παπαδημητρίου. Μετά ήταν ένα αδιέξοδο στενάκι, όπου ήταν το σπίτι της Αρχόντας Γούνα, το οποίο αργότερα το αγόρασε ο ζωγράφος Φλωέλ (Γιώργος Γαζέας), όπου έμενε και ζωγράφιζε. Στο ίδιο στενάκι ήταν και το σπίτι της Φανής Γούνα. Μετά ήταν το σπίτι της Αλεξάνδρας Κολέντση, το σπίτι της νοσοκόμας Αγγέλας Χατζηϊωάννου, που υπάρχει και σήμερα, το σπίτι των κηπουρών Ηλία και Γρηγόρη Δότη, το σπίτι των ποιμένων Λάκη και Παντελή Κάπτση και στην γωνία το σπίτι του Αναστάσιου Πηλείδη. Στην απέναντι γωνία ήταν το σπίτι του αυτοκινητιστή Φίλιππου Λούλιου και κατεβαίνοντας την οδό Νικολούδη το επόμενο σπίτι ήταν του ποτοπώλη Τιμολέοντα Μποζίκα, το σπίτι του καντηλανάφτη Μιχάλη Τσιγούλη και του αδελφού του κηροπλάστη Γκόγκα Τσιγούλη, το σπίτι του Νίκου και
Αναστάση Κεραμιτζή, οι οποίοι λειτουργούσαν καζάνι για την απόσταξη του τσίπουρου στην αυλή τους, το σπίτι του κηπουρού Πέτρου Καλλίνη και στην γωνία των οδών Νικολούδη και Καλλέργη το σπίτι του Μιχάλη Καλλίνη, που είχε μαγαζί ξηρών καρπών στον πεζόδρομο και ήταν ο πρώτος που έφερε τα σάντουιτς τοστ στη Φλώρινα.
Συνεχίζοντας την οδό Καλλέργη, μετά την γωνία ήταν το σπίτι του δημοσίου υπαλλήλου Τάκη Κάικου, το σπίτι του Πέτρου Σουλτάνου, που ήταν γνωστός ως «Κιόρ-Πέτσες», και ήταν ο μεγαλύτερος περιστεράς της προπολεμικής Φλώρινας. Είχε περισσότερα από τετρακόσια περιστέρια στο κτήμα του στο Νέο Δρόμο, και από αυτόν αγόραζαν περιστέρια οι νέοι περιστεράδες τότε που πολλοί Φλωρινιώτες εκτρέφανε περιστέρια στις αυλές τους και χαιρόταν το πέταγμά τους αλλά και συμμετείχαν στο παιχνίδι των περιστεριών, δηλαδή με το δικό τους σμήνος περιστεριών, κατέβαζαν στην αυλή τους τα περιστέρια των άλλων, και τα ξένα περιστέρια γινόταν δικά τους. Στο ίδιο σπίτι έμενε και ο ράφτης Δημήτρης Σουλτάνος (Μαφίστης). Μετά ήταν το σπίτι του αείμνηστου Δημάρχου Παντελή Παπαθανασίου, το οποίο υπάρχει και σήμερα και είναι ακατοίκητο. Το διπλανό σπίτι ήταν του κηπουρού Σάββα. 'Ένα αδιέξοδο δρομάκι οδηγούσε στο σπίτι του φιλόλογου καθηγητή Δημήτρη Κάπτση, το σπίτι του Αλέκου Αλεμπάκη και το σπίτι της Δόμνας Ασίκη. Το σπίτι του μπακάλη Θεόδωρου Γούτη, ο φούρνος του Γιώμγου Βασδέκη, όπου έμενε και ο αδελφός του ελαιοχρωματιστής Κώστας Βασδέκης, το σπίτι του Σωτήρη Σκύρου, που πουλούσε λαχανικά, ψάρια και αυγά στο παζάρι, το σπίτι του Θεόδωρου Λιάμπα, το σπίτι του Μιχάλη Τσάπανου, το σπίτι του Αλέξανδρου Σιώμου, που δούλευε στα βενζινάδικα, και μετά ήταν τα σπίτια των Δημήτρη, Λάζαρου και Παντελή Μυλωνά, με κοινή αυλή, όπου μεγάλωναν δεκαέξι παιδιά και συνολικά κατοικούσαν είκοσι δύο άτομα. Μετά ήταν το σπίτι του Σπύρου Μπάγιου, που πουλούσε στους δρόμους κρεμάκια (μπεζέδες), και του αδελφού του Πέτρου που ήταν μάγειρας στο Ξενία. Το σπίτι του Ναούμη Κάπτση και του φούρναρη Νικόλαου Κάπτση, και στην γωνία των οδών καλλεργη και Λοχαγού Μόδη το σπίτι του αυτοκινητιστή Μιχαήλ Πατσούρη, που εκτελέστηκε από τους γερμανούς στην Κατοχή 'Ήταν η τελευταία εκτέλεση στην πόλη της Φλώρινας.
Στην κάτω γωνία των οδών Καλλέργη και Στεφάνου Δραγούμη, απέναντι από τον Μηλώση ήταν το χαλβαδοποιείο του Παντελή Κουγιουμτζόγλου και στον πάνω όροφο το ιατρείο του Γεωργίου Σπυρόπουλου. Το γωνιακό αυτό κτήριο υπάρχει και σήμερα. Μετά ήταν η οικία του τεχνίτη μηχανών Ευάγγελου Καραμπέτσου, το πεταλωτήριο του Ηλία, Παντελή και Νικόλαου Τούζου, με μεγάλη αυλή, η οικία του Θεόδωρου Προδάνου, που εργαζόταν ως ελεγκτής στα λεωφορεία, πάντα κεφάτος και με μοναδικά αστεία, που πολλά από αυτά και σήμερα διηγούνται οι παλαιότεροι. Μετά ήταν το σπίτι και το τσαγκαράδικο του Τασούλη
Πύρζα, εκεί έμενε και ο Δημοσθένης Πύρζας, πράκτορας ταξιδιών και στην γωνία της οδού Ταγματάρχου Ναούμ ήταν η οικία του Δημήτριου Νεστορόπουλου, που ήταν μετανάστης στην Αμερική. Στην άλλη γωνία ήταν ένα οικόπεδο του Πέτρου Καλλίνη, που αργότερα το αγόρασε ο Ευάγγελος Λιάκος και έχτισε το σημερινό σπίτι. Μετά ήταν η οικία του μανάβη Πέτρου Μποζίκα και στην γωνία της οδού Βασιλέως Φιλίππου, όπου σήμερα το καφενείο του Καλικράγα ήταν μια βρύση του Δήμου Φλώρινας και η παράγκα του Χριστόδουλου του μαχαιρά, που έφτιαχνε και ακόνιζε μαχαίρια. Στην άλλη γωνία ήταν ένα οικόπεδο και ο στάβλος του Βασίλη, όπου οι χωρικοί πλήρωναν και στάβλιζαν τα ζώα τους την ημέρα του παζαριού. Δίπλα ήταν η οικία του ταξιτζή Αναστάσιου Τσώνα, του ψιλικατζή Δημήτριου Τσώνα και του υπαλλήλου της Τραπέζης της Ελλάδος Θεόδωρου Τσώνα. Μετά ήταν το σπίτι της Ντότσας και ένα στενό δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι του Μιχάλη Μίχτη, που ήταν μπακάλης και μελισσοκόμος. Ακολουθούσε η οικία Κλεάνθη Πούρδη και του μανάβη Ευάγγελου Πούρδη και στην γωνία της οδού Λοχαγού Μόδη ο φούρνος του Πέτρου Νάση. Αργότερα ο Φούρνος αυτός νοικιάστηκε από τον Μιχαήλ Οτζάκη.
Αυτή ήταν η γειτονιά Τσεκούρι πριν η πόλη επεκταθεί προς την πλαγιά του βουνού, αλλά και πριν χτιστούν οι πολυκατοικίες. Κάποτε εκεί στους πρόποδες του βουνού τελείωνε η πόλη, μετά όμως την δεκαετία του 1920, η πόλη επεκτάθηκε και το Τσεκούρι έγινε μια κεντρική γειτονιά. Ήταν μια όμορφη γειτονιά γεμάτη μικρά σπίτια και αυλές. Όλα όμως άλλαξαν στην δεκαετία του 1970, όταν άρχισαν να χτίζονται οι τσιμεντένιες πολυκατοικίες, χωρίς γούστο και καλαισθησία. Άχαρες, ψηλές πολυκατοικίες στην θέση των μονοκατοικιών. Η γειτονιά Τσεκούρι έχασε την γραφικότητά της και έγινε μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά στο κέντρο της πόλης.

Δημήτρης Μεκάσης 12-2-2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου