Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

Η γειτονιά "Τα καζάνια". Κείμενο Δημήτριος Μεκάσης

To κρασί και το τσίπουρο ήταν τα αγαπημένα πιοτά των χριστιανών Φλωρινιωτών. Κρασάκι και τσιπουράκι δικής τους παραγωγής, από τα αμπέλια τους, που βρισκόταν στις πλαγιές των βουνών. Κάθε οικογένεια είχε δυο έως πέντε στρέμματα αμπέλι, και από αυτό έβγαζαν το κρασί και το τσίπουρο όλης της χρονιάς.
Και μετά το πάτημα των σταφυλιών, που γινόταν στο σπίτι, σειρά είχε η παρασκευή του τσίπουρου, που γίνεται με απόσταξη, τους κρύους μήνες του χειμώνα. Η απόσταξη γινόταν στα «καζάνια», όπως έλεγαν τους αποστακτήρες, που βρισκόταν σε παράγκες, στις αυλές των σπιτιών, κάποιων που είχαν ως επάγγελμα την απόσταξη του τσίπουρου.
Και αν οι χριστιανοί απολάμβαναν το κρασί και το τσίπουρό τους, αντίθετα οι μουσουλμάνοι της Φλώρινας για θρησκευτικούς λόγους ήταν υποχρεωμένοι να τα αποφεύγουν. Παρά την απαγόρευση, από τις προφορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι οι τούρκοι έπιναν κρυφά και τσίπουρο και κρασί. Οι αυστηροί ισλαμικοί νόμοι, αλλά και αυταρχικότητα των Καδήδων (Ιεροδικαστών), ανάγκασαν τους χριστιανούς Φλωρινιώτες να έχουν όλα τα καζάνια σε μια γειτονιά, και μάλιστα χριστιανική γειτονιά, γνωστή με το όνομα «Τα Καζάνια». Εκεί λειτουργούσαν τρία ή τέσσερα καζάνια, και όλοι οι χριστιανοί Φλωρινιώτες, από όλες τις γειτονιές, τοποθετούσαν τα στέμφυλά τους σε τενεκέδες, και με κάρα τα πήγαιναν στα Καζάνια για να γίνει η απόσταξη και να πάρουν το τσίπουρο της χρονιάς.
Η γειτονιά «Τα Καζάνια» ήταν παραποτάμια γειτονιά. Ήταν η αριστερή μεριά, ακολουθώντας την ροή του ποταμού, της σημερινής Λεωφόρου Ελευθερίας, από την γέφυρα των δημοτικών σχολείων μέχρι την τελευταία γέφυρα. Η γειτονιά αυτή ήταν απέναντι από την γειτονιά του Αγίου Γεωργίου, και τις χώριζε το ποτάμι.
Μετά την απελευθέρωση του 1912, ήρθε και η ελευθερία των καζανιών. Η ελληνική Νομαρχία έδωσε νέες άδειες αποστακτήρων τσίπουρου, και μάλιστα σε όλες τις γειτονιές της Φλώρινας. Τότε άνοιξαν τα γνωστά καζάνια σε όλες τις γειτονιές, από την μια άκρη της πόλης έως την άλλη άκρη. Στη γειτονιά «Καζάνια» έκλεισαν όλα, εκτός από ένα καζάνι, του Ευάγγελου Αλεξίου. Το καζάνι αυτό ήταν το τελευταίο. Το όνομα της γειτονιάς άρχισε να ξεχνιέται και μετά την δεκαετία του 1920 κανείς δεν ανέφερε την συγκεκριμένη γειτονιά με το όνομα «Τα Καζάνια». Το όνομα αυτό ξε-χάστηκε.
Σε αυτή την γειτονιά, πριν το 1950, υπήρχαν μόνο οικίες, ένας φούρνος και ένα καζάνι. Από την πάνω γέφυρα των σχολείων, στην γωνία ήταν ο φούρνος και η οικία του Στέφανου Κιτάνη. Η οικία του μπακάλη Ιωάννη Γρούιου, και στην γωνία η οικία του τσαγκάρη Λάζαρου Γρούιου και του αδελφού του Παντελή Γρούιου. Η μικρή οδός Λυσιμάχους, και στην απέναντι γωνία η οικία του ταβερνιάρη Βύρωνα Μέλλιου. Στη συνέχεια ήταν το σπίτι του πεταλωτή Αναστάσιου Μέλλιου, του Χαράλαμπου Μέλλιου, το σπίτι του κηπουρού Θεόδωρου Μέλλιου, όπου έμεναν και τα παιδιά του Σίμος και Μήτσος Μέλλιος. Μετά ήταν ένα αδιέξοδο δρομάκι με λίγα σπίτια, όπου έμενε ο γαλακτοπώλης Αθανάσιος Κικιλίντζας, ο Ηλίας Σαμαράς και ο ταβερνιάρης Δημήτριος Γροσδούλης. Έξω από το δρομάκι, στον δρόμο ήταν ένα σπίτι που προεξείχε και έκλεινε τον μισό παραποτάμιο δρόμο. Το σπίτι αυτό παλιά ήταν μιας δασκάλας, που ονομαζόταν Ζαφειρία και αργότερα το αγόρασε κάποιος σέρβος που ονομαζόταν Ρακιγκίεφ, και στην συνέχεια αγοράστηκε από τον Δημήτριο και Παντελή Παπαϊωακείμ. Μετά ήταν η οικία του αξιωματικού Μιχαλοδημητράκη, γαμπρού του Σαμαρά, και στη συνέχεια ένα σπίτι, που νοικιαζόταν από τον Γιώργη Τέρπο. Εκεί παλαιότερα λειτουργούσε ένα καζάνι. Μετά ήταν το σπίτι του Ευάγγελου Αλεξίου, που στην αυλή του υπήρχε καζάνι απόσταξης. Αυτό ήταν και το τελευταίο ενεργό καζάνι της γειτονιάς «Τα Καζάνια». Στην γωνία ήταν το σπίτι του τεχνίτη Μιχάλη Σαμαρά, ο οποίος πρώτος έφερε την ηλεκτροκόλληση στην πόλη μας, το 1950 περίπου. Το σπίτι του Μιχάλη Σαμαρά ήταν στην γωνία της Λεωφόρου Ελευθερίας και της οδού Παύλου Ρακοβίτη, και αργότερα αγοράστηκε από τους αδελφούς Βόγλη.
Στην άλλη γωνία, στο ποτάμι, ήταν η οικία της Γενοβέφας Αλεξιάδου. Το σπίτι αυτό αργότερα το αγόρασε ο αυτοκινητιστής Δημήτριος Ρίμπας. Συνεχίζοντας τον παραποτάμιο δρόμο ήταν το σπίτι του γεωπόνου Απόστολου Μίχου, του ξυλέμπορου Ευάγγελου Μέλε, το σπίτι του Πέτρου Πέτρου (Πέτας), το σπίτι του Δέλου Σαπουντζή, που αργότερα το αγόρασε ο αυτοκινητιστής Δημήτριος Βακάλης, και μετά ήταν το σπίτι των αδελφών Νικόλαου, Ιωάννη και Παντελή Βόγλη, που ήταν κρεοπώληδες. Μετά ήταν το στενάκι όπου έμενε ο δημοτικός υπάλληλος Βασίλης Γαϊτάνης, ο εκδοροσφαγέας Βασίλειος Μοντεσνίτσας, ο οικοδόμος Αθανάσιος Γραικός, και στην γωνία Λ. Ελευθερίας και Σαρανταπόρου ήταν το σπίτι του φορτηγατζή Γεώργιου Ταβελάρη.
Αυτή ήταν η γειτονιά «Τα Καζάνια», που πήρε το όνομά της από τους αποστακτήρες τσίπουρου, καθώς οι χριστιανοί έπρεπε να βράζουν τα τσίπουρά τους σε μια συγκεκριμένη γειτονιά. Το τσίπουρο, σύμφωνα με τους ισλαμικούς νόμους ήταν ένα απαγορευμένο οινοπνευματώδες ποτό. Η παρασκευή τους έπρεπε να γίνεται μακριά από τους μουσουλμάνους, ώστε ούτε να το βλέπουν, ούτε να το μυρίζουν, ούτε να μπαίνουν στον πειρασμό να το γευτούν. Αυτοί ήταν οι λόγοι, που οι Καδήδες της Φλώρινας περιόρισαν τα καζάνια σε μια γειτονιά, και μάλιστα χριστιανική.
Το 1912 όμως όλα άλλαξαν και λειτούργησαν καζάνια σε όλες τις γειτονιές. Στην γειτονιά «Τα Καζάνια» έμεινε μόνο ένα καζάνι, του Ευάγγελου Αλεξίου, που μετά τον θάνατό του το λειτουργούσε η γυναίκα του Παρασκευή. Το καζάνι της Πάρες (Παρασκευής) ήταν το τελευταίο σε αυτή την γειτονιά.
Η ονομασία της γειτονιάς γρήγορα ξεχάστηκε, καθώς σε αυτή δεν υπήρχαν αποστακτήρες τσίπουρου, όπως κάποτε στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου