Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

ΓΑΜΗΛΙΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΠΟΤΑΜΟ

Ο γάμος είναι ένα έθιμο από τα πιο πλούσια σε τοπικό χρώμα και χαρακτήρα. Για τα χωριά είναι το μεγαλύτερο και το πιο χαρμόσυνο γεγονός γι’ αυτό παίρνει έννοια τοπικού πανηγυρισμού που παίρνουν μέρος όλοι οι χωριανοί. Το έθιμο του γάμου είναι μια ευκαιρία για να διασκεδάσουν και να χαρούν όλοι, να ξεφύγουν από την καθημερινή τους ζωή γι’ αυτό τον οργάνωναν με το καλύτερο τρόπο για να ευχαριστηθούν όλοι οι καλεσμένοι.
Στα παλιά χρόνια οι γνωριμίες γίνονταν συνήθως στις βρύσες όπου πήγαιναν για νερό οι νέοι και οι νέες . Τα παντρολογήματα γίνονταν από τους προξενητές ή τις προξενήτρες που πήγαιναν στο σπίτι της υποψήφιας νύφης. Αν κανονιζόταν ο γάμος έπαιρνε ένα ζευγάρι παπούτσια δώρο. Πολλές φορές οι νέοι μάθαιναν στα ξαφνικά ότι τους αρραβώνιασαν με το τάδε παιδί ή το τάδε κορίτσι και δεν έφερναν καμιά αντίρρηση. Στο λόγο έδινε οι οικογένεια της νύφης στο γαμπρό ένα ζευγάρι πλεκτές κάλτσες Μετά από λίγο καιρό κάνανε επίσημο αρραβώνα ανταλλάζανε δώρα και κάνανε τραπέζι. Ο γάμος θα γινόταν μετά από τρεις και παραπάνω μήνες για να γίνουν οι ανάλογες προετοιμασίες. ετοιμάσει η τα δώρα και τη φορεσιά της. Τα υλικά για τη φορεσιά της νύφης την αγόραζε ο γαμπρός ενώ ετοίμαζε και τη δική. Η νύφη του αγόραζε το πουκάμισο.
Από τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός κοριτσιού ετοιμαζόταν οι προίκα της και κάθε βράδυ η μάνα και η γιαγιά έπλεκαν κάλτσες αντρικές και γυναικείες. Αυτές θα δίνονταν ως δώρο την μέρα του γάμου σε όλους τους καλεσμένους. Γέμιζαν τα μπαούλα με μάλλινες κάλτσες και ποδιές. Για τα αγόρια δε γινόταν καμιά ετοιμασία.

ΓΑΜΟΣ
Την Παρασκευή δέκα μέρες πριν το γάμο το σόι του γαμπρού πήγαινε να καλέσει τις ποσεστρίμες για να πάνε μετά τρεις μέρες δηλαδή την Κυριακή να καλέσουν όλο το χωριό.
Την ημέρα που τους καλούσαν, οι καλεσμένοι πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού με ένα κόσκινο που μέσα είχε σιτάρι, ή βρίζα. Εκεί στρώνανε κάτω κουρελούδες όπου πάνω τους ρίχνανε αυτά που είχανε μέσα στο κόσκινο. Οι ποσεστρίμες μαζεύανε σε τσουβάλια το σιτάρι και τη βρίζα. Στις άδειες πλέον κουρελούδες ρίχνανε καραμέλες και στραγάλια και την ρίχνανε σε ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι για να φέρουν γούρι στο νέο ζευγάρι και να κάνουν απογόνους. Τα τσουβάλια τα πηγαίνανε στο μύλο να τα αλέσουν .

Την Τρίτη βράδυ οι ποσεστρίμες οι κουλουπτσήδες και οι κοντινοί συγγενείς του γαμπρού με το αλεύρι που τους δώρισαν έπιαναν προζύμι. Μετά ο γαμπρός τους φίλευε πίττες. Μόλις τέλειωναν το φαγητό χορεύανε και με αλεύρι πασπαλίζανε το γαμπρό. Μετά ο γαμπρός πήγαινε στην αρραβωνιαστικιά του και με τη σειρά του την πασπάλιζε με αλεύρι για να κάνουν υποτίθεται άσπρα παιδιά.
Την Παρασκευή το πρωί μαζεύονταν οι ποσεστρίμες στο σπίτι του γαμπρού και ζυμώνανε τις πογάτσες για να καλέσουνε τον παπά τον κουμπάρο και δύο κουλούρες για να καλέσουν με αυτές τους παρακούμπαρους. Μετά άλλες σκούπιζαν τους δρόμους και τις αυλές ενώ άλλες πηγαίνανε στο ποτάμι και με άχυρα και πλέκανε ρογοζίνα ένα είδος ψάθας.
Το Σάββατο οι κουλουπτσήδες σφάζανε πρόβατα ή και κανένα μοσχάρι για να ετοιμάσουνε με αυτά τα φαγητά της Κυριακής.
Την Κυριακή το πρωί οι ποσεστρίμες με τους κουλουπτσήδες και τα όργανα συναντιόντουσαν στο σπίτι του γαμπρού. ξεκινούσαν από το πρωί πρωί να παίζουν χαρούμενους σκοπούς και να καλούν όλο το χωριό μοιράζοντας τσίπουρο από την στολισμένη με κορδέλες κάρτα.
Στη συνέχεια όλοι μαζί γύριζαν στο σπίτι του γαμπρού όπου χόρευαν και από εκεί πήγαιναν να πάρουν τη νύφη. Πρώτα πηγαίνανε στην αστυνομία. στο τέλος πηγαίνανε στην νύφη όπου της πήγαιναν το φόρεμα που το πρωί το είχε χορέψει μια πoσεστρίμα. Οι καβαλάρηδες είχαν στολισμένα τα άλογα με βελέντζες και πιπεριές . Όλο το σόι του γαμπρού μαζεύονταν στο σπίτι του για φαγητό . Μόλις τρώγανε έβγαινε ο γαμπρός από το σπίτι με τον κουμπάρο και ο πατέρας του γαμπρού καθόταν σε μια καρέκλα και όλο το σόι το χαιρετούσε.
Μετά πηγαίνανε με τα όργανα όλο χαρά στην νύφη. Το σόι της νύφης περίμενε στην πόρτα και δεν άφηναν κανέναν να μπει μέσα εάν δεν χτυπούσαν το αυγό που είχαν κρεμάσει στο δέντρο. Μέσα στο σπίτι της νύφης έμπαινε το σόι του γαμπρού και οι κουμπάροι. Ο κουμπάρος και παρακούμπαρος πλήρωναν τα παπούτσια.
Όταν έβγαινε η νύφη από το σπίτι της έκανε το σταυρό της και κλωτσούσε ένα ποτήρι γεμάτο με νερό και στη συνέχεια κάθονταν ο πατέρας της νύφης σε μια καρέκλα και όλο το σόι περνούσε τον χαιρετούσε και άφηνε χρήματα πάνω στην πουγάτσα.
Μόλις ξεκινούσαν για την εκκλησία έριχναν πάνω στη νύφη μια άσπρη μαντίλα και πάνω της ρίχνανε μέσα από τη σήτα ρύζι και καραμέλες.
Έξω από την εκκλησία η πεθερά έστρωνε μια κόκκινη φλοκάτη για να περάσει πρώτη η νύφη. Τρία άτομα έκαναν γύρω την πουγάτσα τρεις φορές λέγοντας « Να ζήσουν» και περνούσαν μέσα στην εκκλησία για τη στέψη. Όταν τελείωνε το μυστήριο του γάμου ξεκινούσε το μεγάλο γλέντι στην πλατεία του χωριού.
Όλο το χωριό διασκέδαζε σαν μια οικογένεια. Το βράδυ τα όργανα συνόδευαν τη νύφη και το γαμπρό στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί τους περίμενε η μητέρα του γαμπρού η οποία με μέλι έκανε ένα σταυρό στην πορτα και η νύφη έπρεπε να το καθαρίσει. Μετά της έδινε ξύλα στην αγκαλιά και ένα τορβά με ψωμί και την πήγαινε στο τζάκι όπου η νύφη άφηνε τα ξύλα. Στην συνέχεια η πεθερά ακουμπούσε την νύφη στο τζάκι. Όλο αυτό το τελετουργικό σήμαινε ότι από δω και πέρα η νύφη ήταν νοικοκυρά στο σπίτι. γλυκό του κουταλιού τη νύφη για να είναι πάντα γλυκιά. Το γλέντι συνεχιζόταν με λιγότερο κόσμο μέχρι το πρωί.
Την επόμενη Κυριακή οι γονείς της νύφης καλούσαν τους γονείς του γαμπρού για να φάνε μαζί. Το έθιμο αυτό λεγόταν πραβίτσε.

Ν.Φ., Χ.Φ., Ζ.Ε..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου